Μαίρη Λίντα: Η δολοφονία της μητέρας της, το κεφάλαιο “Μανώλης Χιώτης” και οι “σκιές” στην προσωπική της ζωή
Όσα είχε εξομολογηθεί για τις στιγμές που τη σημάδεψαν
Ακόμα μια μεγάλη απώλεια βιώνει ο καλλιτεχνικός χώρος, καθώς πέθανε σε ηλικία 91 ετών η Μαίρη Λίντα, η οποία με την ερμηνεία της επηρέασε πολλές νεότερες τραγουδίστριες.
Το Γηροκομείο γνωστοποίησε το θλιβερό γεγονός επισημαίνοντας ότι «έφυγε ήρεμα και ειρηνικά, έχοντας στο πλευρό της την αγαπημένη της κόρη Ευαγγελία, καθώς και σύσσωμη τη Διοίκηση και το Προσωπικό του Γηροκομείου Αθηνών που την υπεραγαπούσε».
Επίσης, το ΔΣ της της Ελεήμονος Εταιρείας Αθηνών στη σχετική ανακοίνωση του, εκφράζει τη θλίψη και την οδύνη του για την απώλεια της μεγάλης αυτής ερμηνεύτριας και εύχεται «καλό κατευόδιο στο δρόμο της για τη γειτονιά των Αγγέλων, κοντά στους άλλους μεγάλους δημιουργούς του Ελληνικού τραγουδιού και του πολιτισμού».
Η σπουδαία ερμηνεύτρια με τη χαρακτηριστική λαϊκή φωνή, το πραγματικό όνομα της οποίας ήταν Μαρία Δημητροπούλου, άφησε πίσω της μια μεγάλη παρακαταθήκη, που θα μείνει στην ιστορία.
Η ίδια μάγεψε με τις ερμηνείες της στο πλευρό του Μανώλη Χιώτη και γνώρισε τεράστια επιτυχία, ενώ δεν δίσταζε να μιλήσει ακόμα και για τις πιο σκοτεινές πλευρές της ζωής της.
Η άγρια δολοφονία της μητέρας της
Ένα από τα γεγονότα που σημάδεψε τη Μαίρη Λίντα ήταν η άγρια δολοφονία της μητέρας της το 1970. Στις 24 Νοεμβρίου, η 70χρονη Βασιλική Δημητροπούλου βρέθηκε νεκρή στο σπίτι της στο Μπουρνάζι.
Αν και αρχικά ο θάνατός της θεωρήθηκε δυστύχημα, οι αξιωματικοί της αστυνομίας απεφάνθησαν τελικά ότι επρόκειτο για δολοφονία. Μάλιστα, στην αρχή είχε αναφερθεί ότι το θυμα άναψε τσιγάρο, ενώ είχε ξαπλώσει, αποκοιμήθηκε και το τσιγάρο γλίστρησε από το χέρι της και έπεσε στο μαξιλάρι, με αποτέλεσμα να πάρει φωτιά.
Ωστόσο, η καθοριστική λεπτομέρεια που οδήγησε στην εξιχνίαση του στυγνού εγκλήματος και στο συμπέρασμα ότι δολοφονήθηκε από διαρρήκτες ήταν η εξής: «Επί του πτώματος της Δημητροπούλου υπήρχε ένα ξυπνητήρι με κηλίδες αίματος, πλησίον του πτώματος βρισκόταν μία άδεια από οινόπνευμα φιάλη, ενώ στο καμένο της πρόσωπο έφερε αμυχές».
«Δεν γίνεται να τρως ξύλο για το τίποτα, δεν είμαστε ζώα»
Σε παλαιότερη συνέντευξή της, η Μαίρη Λίτνα είχε αποκαλύψει ότι δεχόταν συστηματική κακοποίηση από τον δεύτερο σύζυγό της.
«Δεν άντεχα την πολύ κακή συμπεριφορά και το ξύλο. Έφυγα. Είχα τη δύναμη, όμως, γιατί είχα ένα ”χρυσό βραχιόλι” στο χέρι μου… τη δουλειά μου. Είπα ”δεν είναι ανάγκη. Γιατί να κάθομαι να δέχομαι αυτό τον εξευτελισμό; Δεν γίνεται να τρως ξύλο για το τίποτα. Δεν είμαστε ζώα. Με κακοποιούσε κάθε τρεις και λίγο. Έφυγα και μεγάλωσα το παιδί μου με αξιοπρέπεια» είχε πει.
«Μια φορά, στο τελευταίο ξύλο, το πήρα απόφαση και τελείωσε. Μου είχε τελειώσει και ερωτικά με αυτή τη συμπεριφορά. Μετά έκανα και τον τρίτο μου γάμο. Είχα την τύχη να έχω τρεις πολύ ωραίους άντρες. Με άσχημο δε θα πήγαινα ποτέ. Και έμεινα με αυτούς τους τρεις. Από τότε δεν ξανακοίταξα κανέναν» είχε εξομολογηθεί η μεγάλη κυρία του ελληνικού τραγουδιού.
«Μεγάλο μου λάθος το ότι χώρισα με τον Χιώτη»
Η πορεία της καριέρας της άλλαξε ριζικά, όταν διασταυρώθηκαν οι δρόμοι της με τον Μανώλη Χιώτη. Οι δυο τους δημιούργησαν το πιο αγαπημένο και επιδραστικό μουσικό δίδυμο της δεκαετίας του 1960.
Όμως, η χημεία τους στο πάλκο, εξελίχθηκε σε έναν δυνατό έρωτα και έναν γάμο που διήρκεσε περίπου δέκα χρόνια.
Όσον αφορά στον γάμο της με τον Μανώλη Χιώτη, η Μαίρη Λίντα επεσήμανε ότι: «Ο Χιώτης είναι ο άνθρωπος της ζωής μου. Το μεγάλο μου λάθος ήταν ότι χώρισα με τον Χιώτη. Δυστυχώς δεν μπορώ να γυρίσω τα χρόνια πίσω. Ακόμα και σήμερα, πονάω».
Για το πώς γνωρίστηκαν είχε αναφέρει ότι: «Γνωριστήκαμε όταν ήμουν έντεκα ετών. Εκείνη την εποχή ο καλύτερος επιχειρηματίας ήταν ο Κόκκαλης. Είχε το Πίγκαλς. Στην Πατησίων, κάτω από το Ροζικλέρ. Όλη η αριστοκρατία της Αθήνας ερχόταν εκεί. Πήγα να κάνω πρόβα με την ορχήστρα και τον μαέστρο. Μαέστρος ήταν ο Χιώτης. Μια ορχήστρα με τον Μητσάκη, τον Μπίνη, τον Ροζαδίνο, τον Λεμονόπουλο, τη Δερέμπεη που διέπρεψε μετά σαν μεγάλη πιανίστρια στο εξωτερικό. Ο Χιώτης ήθελε πάντα να έχει σπουδαία ορχήστρα. Ήταν και ο ίδιος φοβερός μουσικός».
«Εκεί που καθόμουν, λοιπόν, βλέπω και μπαίνει ένας άντρας με μια ρεπούμπλικα μπεζ, ένα παλτό καμηλό… – Ωραίος; Ένας θεός ήταν, τι ωραίος… Πράσινα μάτια, με κύκλους γκρι. Ήταν σαν να τα έβαφε τα μάτια του. Τον ερωτεύτηκα μόλις τον είδα. Με ξανθό μουστάκι. Τρελάθηκα. Γνωριστήκαμε και άρχισα να λέω τα τραγούδια του. Εκείνη την εποχή ο Μανώλης Χιώτης δεν ήταν παντρεμένος. Παντρεύτηκε αργότερα τη Ζωή Νάχη. Και έκαναν και δυο παιδιά. Υπέφερα πολύ επειδή ήμουν ερωτευμένη μαζί του. Στη συνέχεια γίναμε φίλες, ήμασταν σαν οικογένεια όταν παντρεύτηκα τον Χιώτη. Ήταν και ο Χιώτης ερωτευμένος μαζί μου, αλλά ήμουνα πολύ μικρή».
πηγή στην Google
Ακολούθησε το debater.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις