Υγρασία και ζέστη: Γιατί μας κάνει να νιώθουμε τη θερμοκρασία πιο έντονα – Τι συμβαίνει στο σώμα
Η υψηλή υγρασία δυσκολεύει τον φυσικό μηχανισμό ψύξης του σώματος και κάνει τη ζέστη πιο επιβαρυντική – Πώς επηρεάζονται οργανισμός και αναπνευστικό.
Μπορεί το θερμόμετρο να δείχνει την ίδια θερμοκρασία, αλλά η αίσθηση της ζέστης να είναι εντελώς διαφορετική. Ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες πίσω από αυτή τη διαφορά είναι η υγρασία.
Όταν υψηλές θερμοκρασίες συνδυάζονται με αυξημένη υγρασία, ο οργανισμός δυσκολεύεται περισσότερο να αποβάλει τη θερμότητα. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που μια ζεστή και υγρή ημέρα μπορεί να γίνεται πολύ πιο δυσάρεστη και επιβαρυντική από όσο υποδηλώνει απλώς η ένδειξη του θερμομέτρου.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), η θερμική καταπόνηση του ανθρώπινου οργανισμού επηρεάζεται από έναν συνδυασμό παραγόντων, μεταξύ των οποίων η θερμοκρασία, η υψηλή υγρασία, ο άνεμος και η θερμική ακτινοβολία.
Γιατί η υγρασία κάνει τη ζέστη να φαίνεται εντονότερη
Το ανθρώπινο σώμα διαθέτει έναν ιδιαίτερα αποτελεσματικό φυσικό μηχανισμό για να αντιμετωπίζει τη ζέστη: την εφίδρωση.
Το κρίσιμο σημείο, ωστόσο, δεν είναι απλώς ότι ιδρώνουμε.
Για να απομακρυνθεί θερμότητα από το σώμα, ο ιδρώτας πρέπει να εξατμιστεί από την επιφάνεια του δέρματος.
Όπως εξηγεί ο ΠΟΥ στις κατευθυντήριες οδηγίες του για τη θερμότητα, όταν η υγρασία του αέρα είναι υψηλή, η εξάτμιση αυτή περιορίζεται. Κατά συνέπεια, μειώνεται η αποτελεσματικότητα ενός από τους βασικότερους μηχανισμούς που χρησιμοποιεί το σώμα για να διατηρεί τη θερμοκρασία του σε ασφαλή επίπεδα.
Με απλά λόγια: όσο δυσκολότερα εξατμίζεται ο ιδρώτας, τόσο δυσκολότερα δροσίζεται το σώμα.
Τι είναι η σχετική υγρασία
Όταν στην πρόγνωση του καιρού βλέπουμε, για παράδειγμα, «υγρασία 70%», συνήθως αναφερόμαστε στη σχετική υγρασία.
Πρόκειται για μέτρο της ποσότητας υδρατμών που περιέχει ο αέρας σε σχέση με τη μέγιστη ποσότητα που μπορεί να συγκρατήσει στην ίδια θερμοκρασία.
Η σχετική υγρασία συνδέεται στενά με τη θερμοκρασία και γι’ αυτό η απλή ανάγνωση ενός ποσοστού υγρασίας δεν αρκεί από μόνη της για να περιγράψει πόσο επιβαρυντικές είναι οι καιρικές συνθήκες.
Σημασία έχει ο συνδυασμός θερμοκρασίας και υγρασίας.
Τι συμβαίνει στο σώμα όταν συνδυάζονται ζέστη και υγρασία
Όσο δυσκολεύεται η αποβολή της θερμότητας, τόσο μεγαλύτερη προσπάθεια πρέπει να καταβάλει ο οργανισμός για να διατηρήσει τη φυσιολογική εσωτερική του θερμοκρασία.
Ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι η αδυναμία του σώματος να ρυθμίσει αποτελεσματικά τη θερμοκρασία του σε συνθήκες περιβαλλοντικής θερμικής καταπόνησης αυξάνει τον κίνδυνο θερμικής εξάντλησης και θερμοπληξίας.
Η καταπόνηση που υφίσταται το σώμα στην προσπάθειά του να δροσιστεί επιβαρύνει επίσης την καρδιά και τους νεφρούς, ενώ η ακραία ζέστη μπορεί να επιδεινώσει υπάρχουσες καρδιαγγειακές, αναπνευστικές και άλλες χρόνιες παθήσεις.
Μεταξύ των προβλημάτων που μπορούν να εμφανιστούν σε συνθήκες έντονης θερμικής καταπόνησης είναι η αφυδάτωση, η ζάλη, η αδυναμία και η θερμική εξάντληση.
Η θερμοπληξία αποτελεί επείγουσα ιατρική κατάσταση.
Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο από τη ζέστη
Δεν αντιδρούν όλοι οι οργανισμοί με τον ίδιο τρόπο στις υψηλές θερμοκρασίες.
Στις ομάδες που χρειάζονται μεγαλύτερη προσοχή περιλαμβάνονται οι ηλικιωμένοι, τα βρέφη, όσοι εργάζονται σε εξωτερικούς χώρους και άνθρωποι με χρόνιες παθήσεις.
Ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται, μεταξύ άλλων, σε ανθρώπους με άσθμα, διαβήτη και καρδιαγγειακά νοσήματα.
Η τακτική ενυδάτωση, η αποφυγή έντονης δραστηριότητας τις θερμότερες ώρες και η παραμονή σε δροσερό περιβάλλον αποτελούν βασικές συστάσεις κατά τη διάρκεια πολύ ζεστών ημερών.
Υγρασία και αναπνευστικό: Πώς μπορεί να μας επηρεάσει
Πέρα από τη θερμική καταπόνηση, τα επίπεδα υγρασίας στους χώρους όπου ζούμε και εργαζόμαστε μπορούν να έχουν σημασία και για το αναπνευστικό σύστημα.
Ο Δρ Ιωάννης Γκουντάκος, Ωτορινολαρυγγολόγος – Χειρουργός Κεφαλής και Τραχήλου, αναφέρει ότι όταν η υγρασία βρίσκεται σε πολύ χαμηλά ή ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα μπορεί να επιβαρύνει το ανώτερο και κατώτερο αναπνευστικό.
Σύμφωνα με τον ίδιο, ένα εύρος 40%-50% αποτελεί φυσιολογικό επίπεδο υγρασίας για τους εσωτερικούς χώρους.
Τι μπορεί να προκαλέσει η υψηλή υγρασία στο αναπνευστικό
Η παρατεταμένη υγρασία σε χώρους που δεν αερίζονται επαρκώς μπορεί να ευνοήσει την ανάπτυξη μυκήτων, γεγονός που αποκτά ιδιαίτερη σημασία για ανθρώπους με αναπνευστικά προβλήματα.
Ο Δρ Γκουντάκος αναφέρει ότι η ιδιαίτερα υγρή ατμόσφαιρα μπορεί να συνδέεται με εξάρσεις άσθματος, ρινίτιδας και αλλεργιών.
Μεταξύ των ενοχλήσεων που μπορεί να εμφανιστούν αναφέρονται ο βήχας, η δύσπνοια, ο ερεθισμός της μύτης, η καταρροή και το μπούκωμα.
Και η πολύ χαμηλή υγρασία μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα
Το αντίθετο άκρο δεν είναι απαραίτητα καλύτερο.
Σύμφωνα με τον ΩΡΛ, όταν η υγρασία είναι πολύ χαμηλή, ο βλεννογόνος της μύτης μπορεί να ξηραίνεται, επηρεάζοντας τον φυσικό προστατευτικό του ρόλο.
Για τον λόγο αυτό, το ζητούμενο δεν είναι ένας χώρος να είναι όσο το δυνατόν πιο ξηρός, αλλά να διατηρούνται ισορροπημένες συνθήκες υγρασίας και καλός αερισμός.
Τι μπορούμε να κάνουμε στο σπίτι
Ο συχνός αερισμός των χώρων είναι μία από τις βασικές πρακτικές για τη διαχείριση της υγρασίας.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται σε κουζίνα και μπάνιο, όπου παράγονται περισσότεροι υδρατμοί, ενώ σε σπίτια με υψηλή υγρασία μπορεί να χρησιμοποιηθεί αφυγραντήρας.
Ένα υγρόμετρο μπορεί επίσης να δώσει πραγματική εικόνα για τα επίπεδα υγρασίας στον εσωτερικό χώρο, αντί να βασιζόμαστε μόνο στην αίσθηση.
Σε περιόδους υψηλών θερμοκρασιών, πάντως, το σημαντικό είναι να θυμόμαστε ότι θερμοκρασία και υγρασία λειτουργούν μαζί: όσο δυσκολεύεται το σώμα να αποβάλει τη θερμότητά του, τόσο αυξάνεται η θερμική καταπόνηση.
Πηγές: Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO), WHO Housing and Health Guidelines, Δρ Ιωάννης Γκουντάκος – Ωτορινολαρυγγολόγος, Χειρουργός Κεφαλής και Τραχήλου
πηγή στην Google
Ακολούθησε το debater.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις