Νέα Πέραμος: «Του είχα πει να κόψει τις κακές παρές αλλιώς θα φάει το κεφάλι του», λέει ο πατέρας του 27χρονου – Τι κατέθσε η σύντροφός του

Πού στρέφονται οι έρευνες των Αρχών

Νέα Πέραμος: «Του είχα πει να κόψει τις κακές παρές αλλιώς θα φάει το κεφάλι του», λέει ο πατέρας του 27χρονου – Τι κατέθσε η σύντροφός του

Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκονται οι έρευνες των αρχών για τη δολοφονία του 27χρονου, ο οποίος φέρεται να κρατήθηκε από τους απαγωγείς του για έξι ημέρες πριν βρεθεί νεκρός.

Η απαγωγή του σημειώθηκε τη νύχτα της 26ης Ιανουαρίου, έξω από το σπίτι της συντρόφου του στην Ελευσίνα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία από την ιατροδικαστική εξέταση, ο 27χρονος έφερε δέκα πισώπλατες σφαίρες, μία εκ των οποίων στο κεφάλι. Η δολοφονία εκτιμάται ότι διαπράχθηκε το βράδυ ή τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής, όταν η σορός εντοπίστηκε από πολίτη που έκανε βόλτα με τον σκύλο του.

Στο Ανθρωποκτονιών για κατάθεση η αρραβωνιαστικιά του 27χρονου

Πρόσωπο κλειδί για την υπόθεση θεωρούν οι αστυνομικές Αρχές την αρραβωνιαστικιά του 27χρονου, ενώ έχει γίνει γνωστό ότι οι απαγωγείς επικοινώνησαν με κάποιο άτομο από το στενό κύκλο του θύματος.

Το μεσημέρι της Τρίτης η γυναίκα πέρασε το κατώφλι των ανακριτικών Αρχών κι έμεινε εκεί μέχρι τις 20:00. «Δεν μπορώ να υποθέσω ποιος ήθελε το κακό του. Δεν ξέρω τίποτα και δεν μου έχει πει κάτι συγκεκριμένο», φέρεται να κατέθεσε η σύντροφος του 27χρονου, ενώ βγαίνοντας δεν έκανε κάποια δήλωση στους δημοσιογράφους.

«Να ρωτήσετε τη μητέρα του και τη σύντροφό του»

Ο πατέρας του θύματος, σε δηλώσεις του στο Mega, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν ο γιος του δεχόταν απειλές, παραπέμποντας για απαντήσεις στη σύντροφο και τη μητέρα του 27χρονου.

«Δεν υπάρχει ο γιος μου στη ζωή να μου πει αν δεχόταν απειλές ή όχι. Αυτό το ξέρει η Ασφάλεια και θα το βρει», τόνισε, προσθέτοντας ότι «η οικογένεια που τον αγαπούσε κάνει πως τον αγαπάει και δεν μιλάει».

Όπως είπε, ο τελευταίος τους επαφή ήταν σε δικαστήριο, για υπόθεση του πατέρα του, όπου και οι δύο ήταν μάρτυρες. «Δεν είχα δει κάποιο σημάδι, όλα ήταν εντάξει», ανέφερε. Επιπλέον, περιέγραψε ότι η κόρη του ακόμα δεν έχει συνειδητοποιήσει το μέγεθος της τραγωδίας, θεωρώντας αρχικά ότι πρόκειται για κακόγουστο αστείο.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο πατέρας υπογράμμισε ότι δεν γνωρίζει αν ο γιος του «ενοχλούσε κάποιον» και ότι το μόνο που γνώριζε για τη δραστηριότητά του ήταν ότι διατηρούσε κατάστημα εύρεσης εργατών.

«Θέλω να βρεθεί ο δολοφόνος του παιδιού μου και να οδηγηθεί στη φυλακή», δήλωσε, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι οι υπεύθυνοι θα εντοπιστούν σύντομα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Οι πινακίδες, σύμφωνα με την Ασφάλεια, ήταν κλεμμένες από Θεσσαλονίκη. Η Αστυνομία κάνει τη δουλειά της και θα βρει τους δολοφόνους», ανέφερε, ενώ συμπλήρωσε ότι επιθυμεί οι δράστες να υποστούν «τα ίδια και χειρότερα».

Σε υψηλούς τόνους, ο πατέρας κατήγγειλε ότι «η οικογένεια ξέρει από πού προέρχεται το έγκλημα, αλλά δεν ανοίγει το στόμα της», και απευθύνθηκε στην πρώην σύζυγό του, ζητώντας να εξηγήσει από πού «κινδύνευε» ο γιος τους.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

«Αυτή πήγε στην Κρήτη και δεν έχει καμία επικοινωνία. Να μου πει από πού κινδύνευε», τόνισε χαρακτηριστικά.

Δύο εγκλήματα στην οικογένεια του 27χρονου που εντοπίστηκε νεκρός 

Η οικογένεια του 27χρονου επιχειρηματία έρχεται για δεύτερη φορά αντιμέτωπη με ένα φρικτό έγκλημα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο θείος του 27χρονου, το 1999 βρέθηκε δολοφονημένος μέσα στο σπίτι του. Ήταν ένα έγκλημα πάθους που είχε συγκλονίσει την Ελλάδα και ήταν για μήνες πρωτοσέλιδο μέχρι να εξιχνιαστεί.

Η άγρια δολοφονία το 1999

Μεσάνυχτα της 1ης Ιουνίου 1999, ο 29χρονος Γιώργος Βροντάκης δολοφονήθηκε στην κρεβατοκάμαρά του από δύο μαχαιριές στην πλάτη και μία στον λαιμό. Η σύζυγός του ισχυρίστηκε ότι τρεις ληστές είχαν εισβάλει στο σπίτι, σκότωσαν τον άνδρα της και την έδεσαν και τη φίμωσαν. Τελικά, ο 9χρονος γιος τους κατάφερε να την λυτρώσει και να ειδοποιήσει την Αστυνομία.

Το ματωμένο μαχαίρι βρέθηκε σε οικοδομή, μόλις 50 μέτρα από το σπίτι, από τον ίδιο τον πατέρα του θύματος. Οι δράστες είχαν ήδη εξαφανιστεί. Για μήνες, η χήρα εμφανιζόταν συντετριμμένη, ζητώντας δικαίωση για εκείνη και τα παιδιά της. Η αλήθεια, όμως, ήταν εντελώς διαφορετική.

Εννιά μήνες αργότερα, οι έρευνες της Αστυνομίας οδήγησαν στην αποκάλυψη που σόκαρε: η σύζυγος ήταν η ηθική αυτουργός της δολοφονίας, ενώ η δήθεν ληστεία ήταν σκηνοθετημένη. Δράστης του φόνου ήταν ένας υπήκοος Αλβανίας, εργαζόμενος στην οικοδομή τους, ο οποίος διατηρούσε ερωτική σχέση με τη σύζυγο. Τα στοιχεία που συγκέντρωσαν οι Αρχές ήταν αδιάσειστα, αν και η γυναίκα ποτέ δεν παραδέχτηκε την πράξη της.

Στα δύο δικαστήρια που ακολούθησαν, ο μεγαλύτερος γιος περιέγραψε τη νύχτα του φόνου: πώς ξύπνησε, πώς βρήκε τη μητέρα του δεμένη και φιμωμένη και πώς αντίκρισε τον πατέρα του νεκρό στο κρεβάτι.

Η σύζυγος καταδικάστηκε σε πεντέμιση χρόνια στις γυναικείες φυλακές του Κορυδαλλού. Τα δύο ανήλικα παιδιά μεγάλωσαν με τη γιαγιά τους στον Ασπρόπυργο, μακριά από τη μητέρα τους.

Το καλοκαίρι του 2005, η αίτησή της για αποφυλάκιση έγινε δεκτή, αλλά έναν χρόνο μετά επέστρεψε στις φυλακές του Κορυδαλλού. Παράλληλα, η οικογένεια του θύματος δικαιώθηκε στην αγωγή που είχε καταθέσει για ψυχική οδύνη, με την κατηγορούμενη να υποχρεώνεται να καταβάλει 500.000 ευρώ.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ