Απαγόρευση social media σε ανηλίκους: Εύκολη λύση σε σύνθετο πρόβλημα;

Άρθρο της καθηγήτριας Κέλλυ Ιωάννου στο DEBATER

Απαγόρευση social media σε ανηλίκους: Εύκολη λύση σε σύνθετο πρόβλημα;

Γράφει η Δρ. Κέλλυ Ιωάννου*

Η πρόσφατη συζήτηση για την επικείμενη απαγόρευση της πρόσβασης ανηλίκων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης στην Ελλάδα εντάσσεται σε ένα ευρύτερο διεθνές κύμα ανησυχίας γύρω από την ψυχική υγεία των παιδιών, την ψηφιακή παρενόχληση, το grooming και τη σεξουαλική εκμετάλλευση στο διαδίκτυο.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οι ανησυχίες αυτές είναι απολύτως βάσιμες και δεν επιδέχονται υποβάθμιση. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν υπάρχουν κίνδυνοι — αλλά αν μια οριζόντια απαγόρευση μπορεί πράγματι να τους περιορίσει.

Η λογική πίσω από τέτοιου είδους μέτρα είναι απλή και πολιτικά ελκυστική: αν αφαιρέσουμε την πρόσβαση, μειώνουμε τη βλάβη. Στην πράξη όμως, τα ψηφιακά φαινόμενα —και ιδιαίτερα όσα αφορούν ανηλίκους— δεν λειτουργούν με γραμμικούς όρους. Από τη σκοπιά της ψηφιακής εγκληματολογίας, η απαγόρευση δεν αποτελεί πρόληψη, αποτελεί μετατόπιση του κινδύνου.

Οι περισσότερες μορφές ψηφιακής κακοποίησης ανηλίκων δεν γεννιούνται αποκλειστικά στο διαδίκτυο. Το cyberbullying, ο εξαναγκασμός, η διάδοση προσωπικού υλικού και η σεξουαλική εκμετάλλευση βασίζονται σε σχέσεις εξουσίας, φόβου, κοινωνικής πίεσης και σιωπής που συχνά ξεκινούν στον φυσικό κόσμο και συνεχίζονται ψηφιακά. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν ως επιταχυντές και πολλαπλασιαστές αυτών των συμπεριφορών — όχι κατ’ ανάγκην ως η αρχική τους αιτία.

Από εγκληματολογική σκοπιά, η καθολική απαγόρευση δεν εξαλείφει τη συμπεριφορά. Αντιθέτως, την ωθεί σε λιγότερο ορατές και λιγότερο ελεγχόμενες μορφές. Οι ανήλικοι δεν παύουν να χρησιμοποιούν ψηφιακές πλατφόρμες· απλώς μαθαίνουν να το κάνουν χωρίς εποπτεία: με ψευδή ηλικία, δεύτερες συσκευές, εναλλακτικές εφαρμογές ή ιδιωτικά δίκτυα. Το αποτέλεσμα είναι κρίσιμο: μειώνεται η δυνατότητα έγκαιρου εντοπισμού κινδύνων και καθίσταται δυσκολότερη η παρέμβαση γονέων, εκπαιδευτικών και αρμόδιων αρχών.

Η διεθνής συζήτηση δείχνει ότι ολοένα και περισσότεροι ερευνητές και ειδικοί αμφισβητούν την αποτελεσματικότητα των καθολικών απαγορεύσεων. Από την ερευνητική εμπειρία και την εγκληματολογική ανάλυση προκύπτει ότι πολλά από τα προβλήματα που αποδίδουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι αποκλειστικά ψηφιακά φαινόμενα. Αντανακλούν βαθύτερες κοινωνικές ανισότητες, ελλείψεις υποστήριξης και περιορισμένες δυνατότητες ασφαλούς κοινωνικοποίησης των ανηλίκων στον φυσικό κόσμο. Όταν οι offline χώροι έκφρασης, φροντίδας και συλλογικής ζωής συρρικνώνονται, τα ψηφιακά περιβάλλοντα λειτουργούν ως υποκατάστατο — αναλαμβάνοντας ρόλους για τους οποίους δεν έχουν σχεδιαστεί, με όλους τους κινδύνους που αυτό συνεπάγεται.

Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα αφορά τον τρόπο εφαρμογής μιας τέτοιας απαγόρευσης. Η αποτελεσματική επιβολή ηλικιακών περιορισμών προϋποθέτει μηχανισμούς επαλήθευσης ηλικίας. Στην πράξη, αυτό συνεπάγεται συλλογή και επεξεργασία προσωπικών —και ενίοτε ευαίσθητων— δεδομένων. Δημιουργείται έτσι ένα επικίνδυνο παράδοξο: στο όνομα της προστασίας των παιδιών, εισάγονται νέοι ψηφιακοί κίνδυνοι που σχετίζονται με την ιδιωτικότητα, τη μαζική επιτήρηση και τις πιθανές διαρροές δεδομένων.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Αντί να επικεντρώνεται η δημόσια πολιτική αποκλειστικά στον αποκλεισμό των ανηλίκων από τα social media, θα είχε μεγαλύτερο αντίκτυπο να στραφεί στη ρύθμιση των ίδιων των πλατφορμών. Ασφαλέστερος σχεδιασμός, περιορισμός εθιστικών μηχανισμών, ταχύτερη απομάκρυνση επιβλαβούς περιεχομένου και ουσιαστική λογοδοσία για αλγοριθμικές πρακτικές αποτελούν μέτρα με πραγματικό προληπτικό χαρακτήρα.

Παράλληλα, η ψηφιακή εκπαίδευση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως συμπληρωματική δράση. Η κατανόηση των κινδύνων, η αναγνώριση του εξαναγκασμού, η γνώση των μηχανισμών καταγγελίας και η ενίσχυση της ψηφιακής ανθεκτικότητας των παιδιών και των εφήβων είναι βασικές δεξιότητες ζωής. Το ίδιο ισχύει και για τους γονείς, οι οποίοι χρειάζονται καθοδήγηση και υποστήριξη — όχι απλώς νέες απαγορεύσεις που μεταφέρουν σε αυτούς την ευθύνη εφαρμογής.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η απαγόρευση των social media στους ανηλίκους μπορεί να λειτουργεί επικοινωνιακά ως μια «σκληρή» και άμεση απάντηση σε ένα πραγματικό κοινωνικό άγχος. Δεν συνιστά όμως από μόνη της στρατηγική ψηφιακής προστασίας. Αν ο στόχος είναι η ουσιαστική μείωση των κινδύνων, τότε απαιτείται μια προσέγγιση που να βασίζεται στην κατανόηση της ψηφιακής βίας ως κοινωνικού φαινομένου: με παιδεία, θεσμική ετοιμότητα, ρύθμιση και επιστημονικά τεκμηριωμένες παρεμβάσεις — όχι μόνο με αποκλεισμούς.

Άλλωστε, η διεθνής εμπειρία μέχρι σήμερα δεν επιβεβαιώνει ότι οι καθολικές απαγορεύσεις οδηγούν αυτομάτως σε ουσιαστική μείωση των ψηφιακών κινδύνων για τους ανηλίκους. Στις ελάχιστες χώρες όπου έχουν ήδη εφαρμοστεί τέτοια μέτρα σε εθνικό επίπεδο, το μόνο άμεσα μετρήσιμο αποτέλεσμα είναι η συμμόρφωση σε επίπεδο λογαριασμών — όχι η αποδεδειγμένη μείωση φαινομένων όπως η ψηφιακή παρενόχληση, το grooming ή η σεξουαλική εκμετάλλευση. Τα κοινωνικά και ψυχολογικά αποτελέσματα απαιτούν χρόνο, συστηματική αξιολόγηση και διαφάνεια, στοιχεία που μέχρι στιγμής απουσιάζουν.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σε αυτό το σημείο γεννάται ένα πιο άβολο, αλλά αναγκαίο ερώτημα: γιατί οι κυβερνήσεις επιλέγουν τόσο συχνά να ρυθμίζουν τη συμπεριφορά των παιδιών αντί να επιβάλουν ουσιαστικούς περιορισμούς στους ίδιους τους ψηφιακούς κολοσσούς; Η εμπειρία δείχνει ότι οι παρεμβάσεις που απαιτούν βαθιές αλλαγές στον σχεδιασμό των πλατφορμών, στον τρόπο λειτουργίας των αλγορίθμων και στο επιχειρηματικό τους μοντέλο συναντούν ισχυρές αντιστάσεις. Αντίθετα, οι απαγορεύσεις προς τους ανηλίκους αποτελούν πολιτικά πιο εύπεπτες λύσεις, με χαμηλότερο κόστος σύγκρουσης και άμεσο επικοινωνιακό όφελος.

Η λογική αυτή δεν είναι άγνωστη. Θυμίζει έντονα άλλες απαγορευτικές πολιτικές, όπως η διαχείριση των ναρκωτικών, όπου η έμφαση δόθηκε επί δεκαετίες στον αποκλεισμό του χρήστη αντί στην αντιμετώπιση των αγορών, των μηχανισμών εκμετάλλευσης και των κοινωνικών αιτίων της χρήσης. Το αποτέλεσμα δεν ήταν η εξαφάνιση του φαινομένου, αλλά η μετατόπισή του σε λιγότερο ορατές και συχνά πιο επικίνδυνες μορφές. Από εγκληματολογική σκοπιά, οι πολιτικές που βασίζονται αποκλειστικά στην απαγόρευση τείνουν να αποτυγχάνουν όταν δεν συνοδεύονται από ρύθμιση της «προσφοράς», λογοδοσία και πρόληψη.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Αν πράγματι στόχος είναι η προστασία των παιδιών, τότε η δημόσια πολιτική οφείλει να στραφεί εκεί όπου βρίσκεται η πραγματική ισχύς: στον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν και κερδοφορούν οι πλατφόρμες. Διαφορετικά, υπάρχει ο κίνδυνος να μετατρέψουμε τους ανηλίκους από υποκείμενα προστασίας σε αντικείμενα ρύθμισης, αφήνοντας ανέγγιχτα τα συστήματα που παράγουν και ενισχύουν τους ψηφιακούς κινδύνους.

*Καθηγήτρια Ψηφιακής Εγκληματολογίας & Εγκληματολογικής Ψυχολογίας

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ