Εμμηνόπαυση: Πώς επηρεάζει της ζωή της γυναίκας και πώς αντιμετωπίζουμε τα συμπτώματα
Μία στις δύο γυναίκες στη μέση ηλικία βιώνει χρόνιο πόνο
Η εμμηνόπαυση είναι μια δύσκολη περίοδος στη ζωή της γυναίκας. Οι αλλαγές είναι πολλές και συχνά επηρεάζουν την καθημερινότητα καθώς οι γυναίκες βιώνουν μια σειρά από σωματικές και ψυχολογικές αλλαγές, που καλό είναι να γνωρίζουμε, για να τις διαχειριστούμε αποτελεσματικά.
Μια στις δύο γυναίκες στη μέση ηλικία βιώνει χρόνιο πόνο, σύμφωνα με τη νέα επιστημονική ανασκόπηση της International Menopause Society (IMS). Παρότι μπορεί να επηρεάζει τον ύπνο, την εργασία και τις καθημερινές δραστηριότητες, ο πόνος συχνά παραμένει ανεπαρκώς αναγνωρισμένος και αντιμετωπίσιμος.
Ο πόνος δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένος
Η Ελληνική Εταιρεία Εμμηνόπαυσης αναδεικνύει την ανάγκη οι γυναίκες να αναγνωρίζουν τα συμπτώματά τους και να έχουν πρόσβαση σε φροντίδα που ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους.
Θέτει μάλιστα μια σαφή προτεραιότητα: ο πόνος να λαμβάνεται σοβαρά υπόψη, οι αιτίες του να διερευνώνται και η αντιμετώπισή του να βασίζεται στα επιστημονικά δεδομένα. Η συχνότητά του δεν σημαίνει ότι αποτελεί αναπόφευκτο μέρος της εμμηνόπαυσης ή ότι οι γυναίκες πρέπει να μάθουν να ζουν με αυτόν.
Τι αλλάζει στη ζωή της γυναίκας
Η εμμηνόπαυση είναι μια φυσιολογική φάση της ζωής, αλλά οι αλλαγές που τη συνοδεύουν μπορούν να επηρεάσουν ουσιαστικά την καθημερινότητα. Εξάψεις, διαταραχές ύπνου, κόπωση, μεταβολές στη διάθεση και δυσκολία συγκέντρωσης μπορεί να συνυπάρχουν με πόνο στις αρθρώσεις και στους μυς ή με άλλες καταστάσεις, όπως η ημικρανία και ο χρόνιος πόνος στην περιοχή της λεκάνης. Όταν τα συμπτώματα αλληλοεπιδρούν, η επιβάρυνση μπορεί να είναι μεγαλύτερη: ο πόνος δυσκολεύει τον ύπνο και την κίνηση, ενώ ο ανεπαρκής ύπνος και η κόπωση μπορούν με τη σειρά τους να κάνουν τον πόνο δυσκολότερο στη διαχείριση. Ιδιαίτερα συχνός είναι ο μυοσκελετικός πόνος.
Ύπνος, σώμα και διάθεση
Η ανασκόπηση της IMS παραθέτει στοιχεία σύμφωνα με τα οποία αφορά περίπου το 71% των γυναικών στην περιεμμηνόπαυση, δηλαδή κατά τη μετάβαση προς την εμμηνόπαυση. Το εύρημα αυτό αφορά τον πόνο στους μυς και στις αρθρώσεις, ανεξάρτητα από τη διάρκειά του. Χρόνιος θεωρείται ο πόνος που επιμένει ή επανέρχεται για περισσότερο από τρεις μήνες.
Οι ορμονικές μεταβολές μπορούν να επηρεάζουν την εμφάνιση και την ένταση του πόνου, αλλά αποτελούν μέρος μιας πιο σύνθετης εικόνας, στην οποία συμμετέχουν η ηλικία, η μυοσκελετική υγεία, ο ύπνος, η διάθεση και η σωματική δραστηριότητα.
Από την αναγνώριση στην τεκμηριωμένη φροντίδα
Κάθε επίμονος πόνος χρειάζεται αξιολόγηση και δεν πρέπει να αποδίδεται αυτόματα στην εμμηνόπαυση. Όταν επιδεινώνεται, αλλάζει ή περιορίζει τις καθημερινές δραστηριότητες, η γυναίκα χρειάζεται να ζητά ιατρική βοήθεια, χωρίς να περιμένει να συμπληρωθούν τρεις μήνες.
«Ο πόνος δεν πρέπει να θεωρείται “φυσιολογικός” μόνο και μόνο επειδή μια γυναίκα βρίσκεται στη μέση ηλικία ή στην εμμηνόπαυση. Είναι σημαντικό οι γυναίκες να μιλούν για τα συμπτώματά τους, να ζητούν ιατρική αξιολόγηση και να γνωρίζουν ότι υπάρχουν δυνατότητες αντιμετώπισης. Η σωστή ενημέρωση και η εξατομικευμένη φροντίδα μπορούν να κάνουν ουσιαστική διαφορά στην καθημερινότητα και στην ποιότητα ζωής τους», επισημαίνει η κα Αθανασία Παππά, Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Εμμηνόπαυσης.
Πώς θα απαλλαγείτε από τον πόνο και τις εξάψεις
Η μετάβαση από την αναγνώριση στη φροντίδα προϋποθέτει να εξετάζονται μαζί ο πόνος, τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης και το συνολικό ιστορικό της γυναίκας. Ανάλογα με τις ανάγκες της, η αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει κατάλληλη άσκηση, φυσικοθεραπεία, παρεμβάσεις για τον ύπνο και φαρμακευτική αγωγή, με συνεργασία διαφορετικών ειδικοτήτων όπου απαιτείται. Ορμονικές ή μη ορμονικές θεραπείες για τα συμπτώματα της εμμηνόπαυσης επιλέγονται έπειτα από εξατομικευμένη εκτίμηση· η ορμονική θεραπεία δεν αποτελεί καθολική λύση για τον πόνο.
Η ΕΛ.ΕΤ.ΕΜ καλεί τις γυναίκες να συζητούν με τον γιατρό τους τόσο τα συμπτώματα όσο και την επίδρασή τους στη ζωή τους: τι δυσκολεύονται να κάνουν, πώς κοιμούνται και τι έχει αλλάξει στην καθημερινότητά τους. Η αναγνώριση οδηγεί σε σωστή διερεύνηση και σε ένα προσωπικό σχέδιο φροντίδας, με στόχο καλύτερη λειτουργικότητα και ποιότητα ζωής.
πηγή στην Google
Ακολούθησε το debater.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις