Μαρινάκης: «Λύνουμε μια θεσμική εκκρεμότητα δεκαετιών με την οριστική αδειοδότηση των περιφερειακών καναλιών»
«Μπαίνουν πλέον κανόνες διαφάνειας και στα περιφερειακά κανάλια»
«Μπαίνουν πλέον κανόνες διαφάνειας και στα περιφερειακά κανάλια, ρυθμίζοντας το άναρχο πεδίο λειτουργίας τους. Βάζουμε τέλος σε μία θεσμική εκκρεμότητα δεκαετιών». Αυτό επεσήμανε ο υφυπουργός παρά τον πρωθυπουργό, Παύλος Μαρινάκης, κατά την πρώτη μέρα επεξεργασίας στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής του νομοσχεδίου του με τίτλο, «Αδειοδότηση παρόχων περιεχομένου επίγειας ψηφιακής τηλεοπτικής ευρυεκπομπής ελεύθερης λήψης περιφερειακής εμβέλειας και λοιπές διατάξεις».
«Με το σχέδιο νόμου μπαίνει τέλος σε μια θεσμική και νομική εκκρεμότητα δεκαετιών. Νομοθετείται πλέον μια ολοκληρωμένη διαδικασία αδειοδότησης των περιφερειακών τηλεοπτικών σταθμών, που για 28 χρόνια λειτουργούν υπό το προσωρινό καθεστώς της «νόμιμης λειτουργίας», εκπέμποντας και συμμετέχοντας στη διαφήμιση (ιδιωτική ή δημόσια), χωρίς να υπόκεινται σε αυστηρούς ελέγχους, λειτουργώντας σε ένα τοπίο ως επί το πλείστον αρρύθμιστο. Αυτό αλλάζει πια», τόνισε χαρακτηριστικά ο κ. Μαρινάκης .
Όπως υπογράμμισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, «η οριστική αδειοδότησή τους, εκτός από θεσμική και συνταγματική επιταγή, θα αναβαθμίσει τους τηλεοπτικούς σταθμούς, το προϊόν που παρέχουν στο τηλεοπτικό κοινό, την ίδια τους την περιουσία, καθώς θα πρόκειται για κατόχους άδειας, ενώ, κυρίως, θα φέρει την εφαρμογή σαφών προϋποθέσεων και κανόνων, η τήρηση των οποίων θα ελέγχεται συστηματικά».
Παράλληλα, ο Υφυπουργός στον πρωθυπουργό, διαβεβαίωσε ότι «με τις διατάξεις του σχεδίου νόμου προστατεύονται οι θέσεις εργασίας των δημοσιογράφων, αλλά και του συνόλου των εργαζομένων στα περιφερειακά κανάλια, ενώ, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για το άνοιγμα επιπλέον θέσεων εργασίας, αφού ο νόμος ορίζει ελάχιστο αριθμό εργαζομένων (δημοσιογράφων και μη) σε κάθε κανάλι».
«Προστατεύονται οι νόμιμοι τηλεοπτικοί σταθμοί από τον αθέμιτο ανταγωνισμό που δυνητικά δέχονται από σταθμούς «φαντάσματα» ή σταθμούς που δεν πληρούν ελάχιστες προϋποθέσεις και κριτήρια, όμως παρ’ όλα αυτά κάνουν χρήση του «σπάνιου πόρου» των συχνοτήτων», σημείωσε.
Πρόσθεσε δε ότι «αρμόδιο για την υλοποίηση της διαδικασίας αδειοδότησης και μετέπειτα εποπτείας, είναι το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης, του οποίου ο εποπτικός ρόλος ενισχύεται σημαντικά».
Σύμφωνα με τον κ. Μαρινάκη:
«Οι ενδιαφερόμενοι για να αδειοδοτηθούν δεν θα συμμετάσχουν σε μια διαδικασία με βάση το αποτυχημένο μοντέλο δημοπρασίας, αλλά θα πρέπει να πληρούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις όπως:
- Φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα.
- Διαφάνεια ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς με τη γνωστοποίηση κάθε μετόχου, που κατέχει τουλάχιστον το 1% της επιχείρησης.
- Έλεγχος ποινικού μητρώου.
- Ελάχιστος αριθμός εργαζομένων, δημοσιογράφων και μη. -Ελάχιστες αναγκαίες κτιριακές εγκαταστάσεις και βασικός εξοπλισμός. -Πληρότητα προγράμματος».
Επεσήμανε, ακόμη, ότι «οι τηλεοπτικοί σταθμοί κατά τη λειτουργία τους θα οφείλουν να τηρούν:
- Τη φυσιογνωμία του σταθμού για την οποία αδειοδοτήθηκαν (ενημερωτικός ή μη).
- Περιορισμούς και συγκεκριμένους κανόνες για τη «δικτύωση» περιφερειακών σταθμών, ώστε να μη μπορούν να αναμεταδίδουν το ίδιο πρόγραμμα μεταξύ σταθμών, υποκρύπτοντας πανελλαδική μετάδοση.
- Την κείμενη ραδιοτηλεοπτική νομοθεσία».
Διευκρίνισε, παράλληλα, ότι «όσοι λάβουν οριστική άδεια θα καταβάλουν ένα ετήσιο κόστος εποπτείας υπέρ του ΕΣΡ, καθαρά συμβολικού ύψους και θα είναι ανάλογο με το κόστος που απαιτείται για την άσκηση του εποπτικού έργου του ΕΣΡ, καθώς και με πληθυσμιακά κριτήρια ανά Περιφερειακή Ζώνη».
«Είναι το τρίτο κατά σειρά νομοσχέδιο που φέρνουμε για τον χώρο των ΜΜΕ. Αυτή τη φορά αφορά το πεδίο της αδειοδότησης των περιφερειακών καναλιών, το οποίο παρέμενε άναρχο για σχεδόν τρεις δεκαετίες. Στόχος μας είναι να διαμορφώσουμε ένα πλαίσιο που θα στηρίζει τις υγιείς επιχειρήσεις, εκείνες που εφαρμόζουν τη νομοθεσία, σέβονται τους εργαζόμενους και επενδύουν στην ποιοτική ενημέρωση και ψυχαγωγία του κοινού, αλλά και ένα πλαίσιο που θα στηρίζει κάθε δημοσιογράφο και κάθε εργαζόμενο στα περιφερειακά κανάλια», υπογράμμισε ο υφυπουργός στον πρωθυπουργό και συμπλήρωσε:
«Η θέσπιση ενός διαφανούς και ολοκληρωμένου πλαισίου αδειοδότησης των περιφερειακών καναλιών θωρακίζει ακόμα περισσότερο στον πυρήνα της την ελευθερία του Τύπου, σε συνέχεια νομοθετικών και θεσμικών παρεμβάσεων που έχουν ήδη υλοποιηθεί και σηματοδοτούν την μετάβαση σε ουσιαστικά ελεύθερη λειτουργία των ΜΜΕ στη χώρα».
«Προχωρούμε, λοιπόν, στη θέσπιση μιας σαφούς και διαφανούς διαδικασίας αδειοδότησης, την οποία ζητούν τα περιφερειακά κανάλια επί δεκαετίες και η οποία θα υλοποιείται από το ΕΣΡ, προκειμένου οι περιφερειακοί σταθμοί να ενισχύσουν τη θέση τους στην αγορά και να εκφράζουν ουσιαστικά τις τοπικές κοινωνίες. Την ίδια στιγμή, αφήνουμε οριστικά πίσω πρακτικές του παρελθόντος, τις λογικές πλειοδοσίας και δημοπρασίας, που περιόριζαν την πρόσβαση και δημιουργούσαν ένα κλειστό «κλαμπ», όπου δεν θα μπορούσαν όλοι να συμμετέχουν, κάνοντας παράλληλα δυνατόν για όλους τους περιφερειακούς τηλεοπτικούς σταθμούς να εκπέμπουν σε υψηλή ευκρίνεια HD, μέσω της νέας αναβάθμισης χωρητικότητας του δικτύου», επεσήμανε ο κ. Μαρινάκης.
«Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά νομοσχεδίου είναι η προγραμματική πληρότητα και η ενίσχυση του τοπικού χαρακτήρα των περιφερειακών σταθμών, οι οποίοι πρέπει να τηρούν ποιοτικές προϋποθέσεις ως προς το πρόγραμμα τους», όπως είπε.
«Η κυβέρνηση έχει ήδη εξασφαλίσει την επιδότηση ολόκληρου του κόστους εκπομπής που παρέχουν τα περιφερειακά κανάλια μηνιαίως υπέρ του παρόχου, το οποίο ήταν πάρα πολύ μεγάλο», ανέφερε, τονίζοντας ότι «ήδη έχει ψηφιστεί η σχετική διάταξή και αφορά τα τρία έτη, 2026-2027-2028 και δικαιούχοι είναι όλοι οι νομίμως λειτουργούντες σταθμοί».
Στη συνέχεια, εστίασε ιδιαίτερα «στην διάταξη που επιτρέπει, σε συνεργασία με το υπουργείο Οικονομικών, την υλοποίηση προγράμματος επιδότησης αντικατάστασης συσκευών για τους πολίτες των οποίων οι συσκευές δεν επιτρέπουν την μετάδοση σήματος υψηλής ευκρίνειας», επισημαίνοντας, παράλληλα, ότι «για όσους υφιστάμενους σταθμούς δεν αδειοδοτηθούν προβλέπεται η δυνατότητα να έχουν μια δεύτερη ευκαιρία να υποβάλουν το φάκελο τους εντός τριών μηνών, χωρίς να διακόψουν την λειτουργία τους, ενώ λαμβάνεται ειδική μέριμνα για τις δημοτικές ραδιοτηλεοπτικές επιχειρήσεις των ΟΤΑ, οι οποίοι δεν εξαιρούνται απριόρι από τη διαδικασία, αλλά, αν δεν αδειοδοτηθούν, ο νόμος τους δίνει το δικαίωμα να συνεχίσουν την νόμιμη λειτουργία τους ως έχει, αλλά σε τυπική ευκρίνεια».
Τέλος, έμφαση έδωσε στην ουσιαστική ενίσχυση του εποπτικού ρόλου του ΕΣΡ, τονίζοντας ότι «η ανάγκη του εποπτικού ρόλου του καθίσταται κάτι παραπάνω από επιτακτική για το λόγο αυτό το νομοσχέδιο προβλέπει μια σημαντική αύξηση προσωπικού κατά 62%, -από 57 άτομα που είναι σήμερα θα φθάσουν στα 92- και θα στελεχωθεί με ειδικούς επιστήμονες όλων των αναγκαίων κλάδων, ενώ παράλληλα συστήνεται αυτοτελές γραφείο νομικής υποστήριξης του».
«Το νομοσχέδιο βασίζεται στις αρχές της διαφάνειας, της λογοδοσίας και της βιωσιμότητας, ενώ ενσωματώνει διαχρονικά αιτήματα των περιφερειακών καναλιών, όπως αυτά αναδείχθηκαν μέσα από την εκτενή διαβούλευση που πραγματοποιήθηκε και συνεχίζεται με τους αρμόδιους φορείς», κατέληξε.
πηγή στην Google
Ακολούθησε το debater.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις