17 Νοέμβρη: Νέες αποκαλύψεις μετά την αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου – «Ο Ξηρός φοβόταν ότι θα τον τελειώσει ο Κουφοντίνας»
Πώς ήρθε το τέλος της οργάνωσης
Νέα δεδομένα για το παρασκήνιο της εξάρθρωσης της «17 Νοέμβρη» φέρνουν στο φως οι αποκαλύψεις του ταξίαρχου εν αποστρατεία της ΕΛ.ΑΣ., Θανάση Κατερινόπουλου.
Μιλώντας την Παρασκευή (22.05) στην εκπομπή «Αποκαλύψεις», με αφορμή την επικαιρότητα γύρω από την αποφυλάκιση του Αλέξανδρου Γιωτόπουλου, ο πρώην αξιωματικός της Αντιτρομοκρατικής περιέγραψε άγνωστες πτυχές της έρευνας, εστιάζοντας στη συμπεριφορά των Σάββα Ξηρού και Δημήτρη Κουφοντίνα, αλλά και στα σοβαρά θεσμικά εμπόδια που αντιμετώπισαν οι διωκτικές αρχές.
Η άρνηση του Σάββα Ξηρού και ο φόβος για τον Κουφοντίνα
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα όσα εκτυλίχθηκαν αμέσως μετά την έκρηξη στον Πειραιά, η οποία αποτέλεσε την αρχή του τέλους για την οργάνωση. Σύμφωνα με τον κ. Κατερινόπουλο, ο τραυματισμένος βομβιστής μεταφέρθηκε στα γραφεία της Αντιτρομοκρατικής έχοντας πλαστή ταυτότητα.
«Συνελήφθη ως Μιχάλης Οικονόμου. Μόλις πήγαμε να του μιλήσουμε, η απάντησή του ήταν “δεν μιλάω σε πρεπόζιτα” και δεν ξαναμίλησε», σημείωσε ο πρώην αξιωματικός, διευκρινίζοντας πως ο συγκεκριμένος όρος χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει ανώτατα στελέχη.
Παράλληλα, ο Θανάσης Κατερινόπουλος αποκάλυψε ότι ο Σάββας Ξηρός βρισκόταν σε κατάσταση έντονου τρόμου, όχι εξαιτίας των αρχών, αλλά λόγω του φόβου που έτρεφε για τον Δημήτρη Κουφοντίνα.
«Όταν τον κατεβάζαμε στο υπόγειο, φοβόταν τον Κουφοντίνα και το έλεγε ευθέως. Φοβόταν μήπως μπει και τον τελειώσει» ανέφερε χαρακτηριστικά, εκτιμώντας ότι αυτός ο φόβος λειτούργησε ως καταλύτης για να αποφασίσει τελικά να συνεργαστεί με την αστυνομία.
Ο πόλεμος των υπηρεσιών και η δολοφονία Μπακογιάννη
Στη συνέχεια της συνέντευξής του, ο κ. Κατερινόπουλος προχώρησε σε μια σκληρή αυτοκριτική για τη λειτουργία των σωμάτων ασφαλείας κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Όπως εξήγησε, μέχρι την ίδρυση της Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας το 1992, η έρευνα σαμποταριζόταν από την έντονη αντιπαλότητα ανάμεσα στη Χωροφυλακή και την Αστυνομία Πόλεων.
«Ό,τι στοιχεία είχε η χωροφυλακή δεν τα έδινε στην αστυνομία πόλεων και το αντίστροφο», τόνισε, συμπληρώνοντας ότι πολλοί αξιωματικοί «πήραν μυστικά στον τάφο τους», καθώς η ανταλλαγή πληροφοριών ήταν ανύπαρκτη ακόμα και μετά την ενοποίηση των σωμάτων.
Καθοριστικό σημείο για την αλλαγή στρατηγικής στάθηκε, κατά τον ίδιο, η δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη, γεγονός που ανάγκασε το πολιτικό σύστημα να παραμερίσει τις διαφωνίες του και να δημιουργήσει έναν ενιαίο και σύγχρονο αντιτρομοκρατικό μηχανισμό.
Χαμένες ευκαιρίες και το τέλος της οργάνωσης
Ο πρώην αξιωματικός άφησε σαφείς αιχμές για ολιγωρία των αρχών, αποκαλύπτοντας ότι ο Δημήτρη Κουφοντίνας είχε μπει στο στόχαστρο ήδη από το 1984, μετά από μια έκρηξη στην περιοχή της Πανόρμου. Παρά το γεγονός ότι υπήρχε μαρτυρία που τον συνέδεε με το όχημα του δράστη, η υπόθεση δεν προχώρησε, με τον κ. Κατερινόπουλο να σχολιάζει δεικτικά.
«Πες μου εσύ γιατί δεν προχώρησε…». Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η εξάρθρωση της «17 Νοέμβρη» δεν ήταν αποτέλεσμα μιας μόνο επιτυχίας, αλλά μιας σταδιακής διαδικασίας όπου «έσφιγγε ο κλοιός».
Τα λάθη των μελών της, η εισαγωγή νέων τεχνολογιών στην έρευνα και η απομόνωσή τους από την κοινωνία οδήγησαν στο τέλος της οργάνωσης.
Τέλος, ο κ. Κατερινόπουλος υπενθύμισε τον κομβικό ρόλο που έπαιξε η κοινωνική συνδρομή στον εντοπισμό της δεύτερης γιάφκας στην οδό Πάτμου, η οποία αποκαλύφθηκε χάρη στην παρατηρητικότητα μιας ηλικιωμένης γυναίκας.
«Πήγαν στη γιαγιά, τους μίλησε και έτσι εντοπίστηκε η δεύτερη γιάφκα»κατέληξε, περιγράφοντας το τελικό ντόμινο που οδήγησε στο κλείσιμο της μεγαλύτερης υπόθεσης εγχώριας τρομοκρατίας στη μεταπολιτευτική Ελλάδα.
πηγή στην Google
Ακολούθησε το debater.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις