Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ μπλοκάρει τους δασμούς του Τραμπ – Τι αλλάζει
Η απόφαση ψηφίστηκε 6-3 και έχει προκαλέσει παγκόσμιες αντιδράσεις

Με απόφαση του, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ μπλόκαρε μερικούς από τους δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ. Πρόκειται για μία ιστορική απόφαση, η οποία ψηφίστηκε 6-3 και έχει προκαλέσει παγκόσμιες αντιδράσεις.
Ειδικότερα, το Supreme Cour of yhe United States, με απόφαση του έκρινε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ υπερέβη την εξουσία του επιβάλλοντας σαρωτικούς δασμούς μέσω νόμου που προορίζεται αποκλειστικά για περιπτώσεις εθνικής έκτακτης ανάγκης.
Το ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε ότι ο Νόμος περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης δεν παρέχει στον πρόεδρο τη νομική αρμοδιότητα να επιβάλει δασμούς.
Μάλιστα οι οικονομολόγοι εκτίμησαν ότι ενδέχεται η κυβέρνηση Τραμπ ενδέχεται να αναγκαστεί να επιστρέψει σε επιχειρήσεις που ήδη έχουν καταβάλλει δασμούς περισσότερα από 175 δισεκατομμύρια δολάρια. Συγκεκριμένα πρόκειται για ποσά που καταβλήθηκαν μέσω των δασμών Internation Emergency Economic Powers Act από τον Μάρτιο του 2025 έως και σήμερα.
Η ετυμηγορία εστιάζει στην ερμηνεία του νόμου του 1977, του International Emergency Economic Powers Act (IEEPA), ο οποίος δίνει στον πρόεδρο τη δυνατότητα να «ρυθμίζει» οικονομικές και εμπορικές συναλλαγές στο πλαίσιο αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων.
Για πρώτη φορά ο Τραμπ επικαλέστηκε αυτό τον νόμο τον Φεβρουάριο του 2025, ώστε να επιβάλει φόρους σε προϊόντα από την Κίνα, το Μεξικό και τον Καναδά, λέγοντας ότι από αυτές τις χώρες η διακίνηση ναρκωτικών συνιστούσε κατάσταση έκτακτης ανάγκης.
Τον Απρίλιο προχώρησε στην εκ νέου ενεργοποίηση του νόμου, επιβάλλοντας δασμούς που κυμαίνονταν από 10% έως 50% σε εισαγόμενα προϊόντα από την πλειονότητα των χωρών. Υποστήριξε ότι το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ -δηλαδή όταν οι εισαγωγές υπερβαίνουν τις εξαγωγές – συνιστά «έκτακτη και ασυνήθιστη απειλή» για τη χώρα.
Ωστόσο, οι δασμοί που στοχεύουν συγκεκριμένους τομείς, όπως ο χάλυβας, το αλουμίνιο, η ξυλεία και η αυτοκινητοβιομηχανία, και οι οποίοι επιβλήθηκαν βάσει του Άρθρου 232 του Trade Expansion Act of 1962, δεν θίγονται από τη συγκεκριμένη δικαστική απόφαση.
Τραμπ: «Η απόφαση είναι ντροπιαστική»
Τις προηγούμενες ημέρες, ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, είχε δηλώσει ότι δεν αντιλαμβάνεται γιατί μια πολιτική του επιλογή θα πρέπει να τεθεί στην κρίση του Ανώτατου Δικαστήριου των ΗΠΑ. Λίγα λεπτά μετά την ανακοίνωση της απόφασης, η οποία ελήφθη με ψήφους 6-3, τη χαρακτήρισε «ντροπιαστική».
Ο Τραμπ έχει αναγάγει τους δασμούς – δηλαδή τους φόρους στα εισαγόμενα αγαθά – σε βασικό μοχλό τόσο της οικονομικής όσο και της εξωτερικής του πολιτικής. Αποτέλεσαν κεντρικό άξονα μιας ευρείας εμπορικής αντιπαράθεσης σε παγκόσμιο επίπεδο, που ξεκίνησε με την έναρξη της δεύτερης θητείας του, οδηγώντας σε εντάσεις με εμπορικούς εταίρους, αναταράξεις στις αγορές και αυξημένη αβεβαιότητα στη διεθνή οικονομία.
Εκτιμάται ότι οι δασμοί του Τραμπ θα απέφεραν τρισεκατομμύρια δολάρια σε έσοδα στις ΗΠΑ μέσα στην επόμενη δεκαετία. Ωστόσο από τις 14 Δεκεμβρίου η κυβέρνηση του δεν έχει δημοσιοποιήσει στοιχεία είσπραξης δασμών. Την Παρασκευή (20/02), οικονομολόγοι του Penn – Eharton Budget Model υπολόγισαν ότι τα έσοδα των δασμών που επιβλήθηκαν βάσει του (IEEPA) ξεπερνούν τα 175 δισ. δολάρια, ποσό το οποίο πιθανώς να πρέπει να επιστραφεί.
Το Σύνταγμα των ΗΠΑ αναθέτει ρητά στο Κογκρέσο – και όχι στον πρόεδρο – την εξουσία επιβολής φόρων και δασμών. Παρ’ όλα αυτά, ο Ντόναλντ Τραμπ επικαλέστηκε τον IEEPA για να επιβάλει δασμούς σε σχεδόν όλους τους εμπορικούς εταίρους των Ηνωμένων Πολιτειών, χωρίς προηγούμενη έγκριση του Κογκρέσου.
Μέρος των πρόσθετων δασμών στηρίχθηκε σε διαφορετικές νομοθετικές διατάξεις, οι οποίες δεν αποτελούν αντικείμενο της συγκεκριμένης δικαστικής διαμάχης. Με βάση κυβερνητικά στοιχεία για το διάστημα από τον Οκτώβριο έως τα μέσα Δεκεμβρίου, οι συγκεκριμένοι δασμοί αντιστοιχούσαν περίπου στο ένα τρίτο των συνολικών εσόδων που προήλθαν από τα μέτρα που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ.
Σε περίπτωση εθνικής έκτακτης ανάγκης, το IEEPA επιτρέπει στον πρόεδρο να ρυθμίζει το εμπόριο. Ο πρώτος πρόεδρος που το χρησιμοποίησε για επιβολή δασμών είναι ο Τραμπ, επεκτείνοντας τα όρια της εκτελεστικής εξουσίας μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, από την καταστολή της μετανάστευσης και την απομάκρυνση ομοσπονδιακών αξιωματούχων έως στρατιωτικές αναπτύξεις στο εσωτερικό και επιχειρήσεις στο εξωτερικό.
Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει υποστηρίξει κατ’ επανάληψη ότι οι δασμοί αποτελούν κρίσιμο πυλώνα της οικονομικής ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών, προειδοποιώντας πως χωρίς αυτούς η χώρα θα έμενε εκτεθειμένη και οικονομικά αποδυναμωμένη. Τον Νοέμβριο ανέφερε σε δημοσιογράφους ότι, ελλείψει δασμών, «ο υπόλοιπος κόσμος θα γελούσε μαζί μας», υποστηρίζοντας ότι κράτη όπως η Κίνα εκμεταλλεύονταν επί χρόνια την αμερικανική οικονομία.
Μετά την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης τον ίδιο μήνα, δήλωσε ότι σε περίπτωση αρνητικής απόφασης θα εξετάσει άλλες επιλογές, κάνοντας λόγο για την ύπαρξη ενός «σχεδίου Β».
Νομικές βάσεις ώστε να διατηρήσουν όσο το δυνατόν περισσότερους από τους δασμούς θα επικαλεστούν οι ΗΠΑ, σύμφωνα με τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται διατάξεις που επιτρέπουν την επιβολή δασμών σε προϊόντα που απειλούν την εθνική ασφάλεια ή αντίποινα κατά εμπορικών εταίρων που, σύμφωνα με το Γραφείο του Εμπορικού Αντιπροσώπου των ΗΠΑ, εφαρμόζουν αθέμιτες εμπορικές πρακτικές εις βάρος Αμερικανών εξαγωγέων.
Όμως καμία από τις εναλλακτικές δεν δίνει την ευελιξία και την άμεση επιβολή που παρείχε το IEEPA, ούτε μπορεί πλήρως να αναπαράγει το εύρος των δασμών του σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Η εξουσία του Ντόναλντ Τραμπ να επιβάλλει άμεσα δασμούς σε προϊόντα από οποιονδήποτε εμπορικό εταίρο, επικαλούμενος κατάσταση εθνικής έκτακτης ανάγκης, του προσέδωσε σημαντικό διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων από όλο τον κόσμο μετέβησαν στην Ουάσιγκτον για συνομιλίες σχετικά με εμπορικές συμφωνίες, συχνά συνοδευόμενες από υποσχέσεις για επενδύσεις δισεκατομμυρίων δολαρίων ή για διευρυμένη πρόσβαση αμερικανικών επιχειρήσεων στις αγορές τους.
Παράλληλα, όμως, η αξιοποίηση των δασμών ως εργαλείου άσκησης εξωτερικής πολιτικής πυροδότησε αντιδράσεις και προκάλεσε τριβές ακόμη και στις σχέσεις με παραδοσιακούς συμμάχους των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το IEEPA ιστορικά είχε χρησιμοποιηθεί για την επιβολή κυρώσεων σε εχθρικά κράτη ή για το πάγωμα περιουσιακών στοιχείων και δεν αναφέρει ρητά τον όρο «δασμοί». Μάλιστα το υπουργείο Δικαιοσύνης είχε αναφέρει ότι η εξουσία «ρύθμισης» των εισαγωγών περιλαμβάνει και επιβολή δασμών.
Το Congressional Budget Office εκτίμησε ότι, εφόσον διατηρηθούν σε ισχύ όλοι οι ισχύοντες δασμοί – συμπεριλαμβανομένων όσων στηρίζονται στον International Emergency Economic Powers Act (IEEPA) – τα ετήσια έσοδα θα μπορούσαν να φθάσουν τα 300 δισ. δολάρια κατά μέσο όρο μέσα στην επόμενη δεκαετία. Παράλληλα, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ, τα καθαρά έσοδα από τελωνειακούς δασμούς ανήλθαν σε ιστορικό ρεκόρ 195 δισ. δολαρίων για το οικονομικό έτος 2025, το οποίο ολοκληρώθηκε στις 30 Σεπτεμβρίου.
Στις 2 Απριλίου – ημερομηνία που ο Ντόναλντ Τραμπ αποκάλεσε «Ημέρα Απελευθέρωσης» – ανακοίνωσε την επιβολή «ανταποδοτικών» δασμών σε προϊόντα από την πλειονότητα των εμπορικών εταίρων των Ηνωμένων Πολιτειών, επικαλούμενος καθεστώς εθνικής έκτακτης ανάγκης λόγω των εμπορικών ελλειμμάτων, παρά το γεγονός ότι αυτά υφίστανται εδώ και δεκαετίες.
Τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 2025, επικαλέστηκε το IEEPA για να επιβάλει δασμούς στην Κίνα, τον Καναδά και το Μεξικό, υποστηρίζοντας ότι η διακίνηση φαιντανύλης και άλλων παράνομων ουσιών προς τις ΗΠΑ συνιστούσε εθνική έκτακτη ανάγκη.
Ο Ντόναλντ Τραμπ αξιοποίησε τους δασμούς όχι μόνο για να εξασφαλίσει παραχωρήσεις και να επαναδιαπραγματευτεί εμπορικές συμφωνίες, αλλά και ως εργαλείο πίεσης σε ζητήματα που δεν συνδέονταν άμεσα με το εμπόριο. Μεταξύ άλλων, τους συνέδεσε με την υπόθεση δίωξης του πρώην προέδρου της Βραζιλίας Ζαΐρ Μπολσονάρου, με τις αγορές ρωσικού πετρελαίου από την Ινδία, καθώς και με διαφημιστική εκστρατεία κατά των αμερικανικών δασμών που προήλθε από την επαρχία Οντάριο στον Καναδάς.
Ο International Emergency Economic Powers Act (IEEPA) θεσπίστηκε από το Κογκρέσο και υπογράφηκε από τον Δημοκρατικό πρόεδρο Jimmy Carter, με σκοπό να επιβάλει πρόσθετους περιορισμούς στις προεδρικές αρμοδιότητες σε σύγκριση με προγενέστερη νομοθεσία.
Οι δικαστές εξέτασαν τρεις διαφορετικές προσφυγές. Το Ομοσπονδιακό Εφετείο των ΗΠΑ για την Ομοσπονδιακή Περιφέρεια αποφάνθηκε υπέρ πέντε μικρών εισαγωγικών επιχειρήσεων στη μία υπόθεση, ενώ σε άλλη δικαίωσε τις πολιτείες Αριζόνα, Κολοράντο, Κονέκτικατ, Ντελαγουέρ, Ιλινόις, Μέιν, Μινεσότα, Νεβάδα, Νέο Μεξικό, Νέα Υόρκη, Όρεγκον και Βερμόντ.
Σε τρίτη, ξεχωριστή υπόθεση, ομοσπονδιακός δικαστής στην Ουάσιγκτον έκρινε υπέρ της οικογενειακής επιχείρησης παιχνιδιών Learning Resources.
Ακολούθησε το debater.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις







