Παρασκευάς Άντζας: Ο αθόρυβος “βράχος” που έγραψε ιστορία στο ελληνικό ποδόσφαιρο
Από την Ξάνθη στον Ολυμπιακό και την Εθνική
Μεγάλη θλίψη σκόρπισε στο ελληνικό ποδόσφαιρο η είδηση ότι πέθανε ο Παρασκευάς Άντζας σε ηλικία 50 ετών, ύστερα από μάχη με σπάνια νόσο.
Τα τελευταία χρόνια, ο παλαίμαχος ποδοσφαιριστής έδινε μάχη με την ALS (πλάγια αμυοτροφική σκλήρυνση), γνωστή και ως νόσο του κινητικού νευρώνα, η οποία είχε επιβαρύνει σοβαρά την κατάσταση της υγείας του.
Ο Άντζας θεωρήθηκε ένας από τους κορυφαίους Έλληνες κεντρικούς αμυντικούς της γενιάς του, πραγματοποιώντας σημαντική πορεία με τον Ολυμπιακό και την Ξάνθη, ενώ φόρεσε και τη φανέλα της Εθνικής Ελλάδας σε 26 αναμετρήσεις.
Σε μια εποχή που το ελληνικό ποδόσφαιρο είχε ένταση και υψηλές απαιτήσεις, ο Παρασκευάς Άντζας ήταν ένας από τους πιο σταθερούς στόπερ της δεκαετίας του 2000.
Η πορεία του άρχισε από τα χαμηλά στρώματα του ποδοσφαίρου και χτίστηκε παιχνίδι με παιχνίδι, με επιμονή και υπομονή.
Η μεταγραφή του στον Ολυμπιακό σηματοδότησε την είσοδό του σε ένα περιβάλλον τεράστιων απαιτήσεων, όπου δεν είχε την πολυτέλεια της προσαρμογής.
Κάθε ντέρμπι ήταν ένα τεστ αντοχής και χαρακτήρα, με τον ίδιο να μην είναι θεαματικός στόπερ ή παίκτης των εντυπωσιακών επεμβάσεων. Ωστόσο, ήταν ο παίκτης που “καθάριζε” φάσεις, προτού γίνουν επικίνδυνες για την ομάδα.
Τα χρόνια που αγωνίστηκε με τους “ερυθρόλευκους” ήταν από τις πιο επιτυχημένες περιόδους της σύγχρονης ιστορίας του συλλόγου. Πρωταθλήματα, ευρωπαϊκές συμμετοχές και υψηλό επίπεδο ανταγωνισμού.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο Άντζας κέρδισε την εμπιστοσύνη προπονητών, συμπαικτών και φιλάθλων, που ήξεραν ότι σε δύσκολες στιγμές μπορούσε να στηρίξει την άμυνα πάνω του.
Στην Εθνική Ελλάδας, ο ρόλος του ήταν διαφορετικός αλλά εξίσου σημαντικός. Σε μια εποχή που η Ελλάδα προσπαθούσε να σταθεροποιήσει την παρουσία της στο διεθνές επίπεδο μετά το Euro 2004, η παρουσία παικτών με εμπειρία και πειθαρχία ήταν κρίσιμη. Ακριβώς αυτά ενσάρκωνε ο Παρασκευάς Άντζας.
Ήταν ο παίκτης της σωστής θέσης, της έγκαιρης αντίδρασης και της απλής αλλά αποτελεσματικής λύσης.
Αν υπάρχει ένα στοιχείο που συνοψίζει την καριέρα του, είναι η σταθερότητα. Δεν είχε πολλές “εκρηκτικές” σεζόν, αλλά δεν είχε και πτώσεις.
Η σταδιοδρομία του
Η σταδιοδρομία του στο ποδόσφαιρο ξεκίνησε στον Πανδραμαϊκό στη Γ’ Εθνική το 1993. Το 1995 αποκτήθηκε από την Ξάνθη και τρία χρόνια αργότερα, το 1998 μεταγράφηκε στον Ολυμπιακό, όπου μέχρι το 2003 είχε 82 συμμετοχές σε αγώνες πρωταθλήματος, 18 στο Champions League και δύο στο κύπελλο UEFA σημειώνοντας και 1 γκολ.
Στα μέσα της περιόδου 2003-04 αποχώρησε από τον Ολυμπιακό και ενώ ήταν βασικό του στέλεχος όπως και της εθνικής Ελλάδας, με την οποία είχε προκριθεί στα τελικά του Euro 2004 στην Πορτογαλία, ανακοινώνοντας αρχικά ότι αποσύρεται από το ποδόσφαιρο για σοβαρούς οικογενειακούς λόγους.
Τελικά, το υπόλοιπο της περιόδου (2003-04) αγωνίστηκε στη Δόξα Δράμας, ενώ τα επόμενα τρία χρόνια φόρεσε ξανά τη φανέλα της Ξάνθης. Στον Ολυμπιακό επέστρεψε και πάλι το 2007 και παρέμεινε για δύο χρόνια, μέχρι το 2009 όταν και αποχώρησε, οριστικά αυτή τη φορά, από την ενεργό δράση. Στις 5 Μαΐου 2009, τρεις μέρες μετά τον τελικό κυπέλλου με την ΑΕΚ, ανακοίνωσε την αποχώρησή του μέσω της επίσημης ιστοσελίδας του Ολυμπιακού.
Είχε κατακτήσει επτά (τα πέντε διαδοχικά) πρωταθλήματα και τρία κύπελλα.
Το ντεμπούτο του με την Ελλάδα έγινε στις 5 Φεβρουαρίου 1999, στον φιλικό αγώνα εναντίον του Βελγίου (1-0), που διεξήχθη στη Λάρνακα, υπό τις οδηγίες του Άνχελ Ιορντανέσκου.
Στις 15 Ιουνίου 2008, μία ημέρα μετά την ήττα της Ελλάδας από τη Ρωσία με 1-0 και τον μαθηματικό αποκλεισμό από τη συνέχεια της τελικής φάσης του Euro 2008, ανακοίνωσε την αποχώρησή του από το αντιπροσωπευτικό συγκρότημα.
Συνολικά, με τη γαλανόλευκη φανέλα αγωνίστηκε 26 φορές, το διάστημα μεταξύ 1999-2008.
πηγή στην Google
Ακολούθησε το debater.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις