Παχυσαρκία: Όσα ξέρουμε για τα ενέσιμα φάρμακα – Πώς δρουν και ποια τα οφέλη για άλλες παθήσεις
Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι ενέσιμες θεραπείες για την παχυσαρκία αποτελούν σήμερα μία από τις πιο αποτελεσματικές φαρμακευτικές επιλογές για τη χρόνια διαχείριση του σωματικού βάρους.
Σήμερα, περισσότεροι από 1 δισεκατομμύριο άνθρωποι στον κόσμο ζουν με παχυσαρκία, πολλοί από τους οποίους έχουν επίσης διαβήτη τύπου 2 ή προδιαβήτη.
Πώς δρουν στη διαδικασία απώλειας βάρους
Τα φάρμακα αυτά δρουν σε κέντρα ρύθμισης της όρεξης στον εγκέφαλο, μειώνουν το αίσθημα πείνας και αυτό τον τρόπο, προάγουν τον κορεσμό και περιορίζουν την υπερβολική πρόσληψη θερμίδων, βοηθώντας στη σημαντική απώλεια βάρους.
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία αυτών των φαρμάκων είναι ότι δεν δρουν μόνο στο πάγκρεας ή στο έντερο, αλλά και στον εγκέφαλο, σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο έγκριτο περιοδικό New England Journal of Medicine.
Η κλινική τους επίδραση στον διαβήτη είναι καλά τεκμηριωμένη. Οι πρώτες μελέτες έδειξαν ότι τα παλαιότερα σκευάσματα μπορούσαν να μειώσουν αισθητά τη γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη, δηλαδή τον βασικό δείκτη μακροχρόνιου ελέγχου του σακχάρου. Στη συνέχεια, νεότερα και πιο μακράς δράσης φάρμακα, όπως η σεμαγλουτίδη, έδειξαν ακόμη καλύτερα αποτελέσματα. Αργότερα ήρθαν συνδυαστικά σκευάσματα, όπως η τιρζεπατίδη, που συνδυάζει δράση σε GLP-1 και GIP, επιτυγχάνοντας ακόμη μεγαλύτερη μείωση του σακχάρου και παράλληλα σημαντική απώλεια βάρους.
Απώλεια βάρους έως 25%
Ακόμη πιο εντυπωσιακά είναι τα δεδομένα για το βάρος. Ηλιραγλουτίδη συνδέθηκε στις μελέτες SCALE με μέση απώλεια περίπου 5% του σωματικού βάρους.
Η σεμαγλουτίδη, στις μελέτες STEP, έφτασε σε μέση μείωση 14,9%, έναντι μόλις 2,4% με placebo. Η τιρζεπατίδη, στη μελέτη SURMOUNT-1, οδήγησε σε απώλεια βάρους 15% έως 21%, ενώ ακόμη νεότεροι τριπλοί αγωνιστές όπως η ρετατρουτίδη έδειξαν απώλεια που πλησιάζει το 25%.
Για πολλούς ανθρώπους, αυτά τα ποσοστά δεν είναι απλώς «καλά αποτελέσματα», αλλά μια κλίμακα αλλαγής που μέχρι πρόσφατα συνδεόταν κυρίως με τη βαριατρική χειρουργική.
Ωφελούν καρδιά και νεφρά
Επιπλέον, οι μεγάλες τυχαιοποιημένες μελέτες δείχνουν ότι ορισμένοι αγωνιστές GLP-1 μειώνουν και τον καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Η ενέσιμη σεμαγλουτίδη έχει συσχετιστεί με μείωση κατά 26% του κινδύνου για σοβαρά καρδιαγγειακά περιστατικά σε ασθενείς υψηλού κινδύνου, ενώ η από του στόματος σεμαγλουτίδη σε μεταγενέστερη μελέτη μείωσε τον καρδιαγγειακό κίνδυνο κατά 14%.
Παράλληλα, υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτές οι θεραπείες επιβραδύνουν την εξέλιξη της χρόνιας νεφρικής νόσου και μειώνουν τη λευκωματουρία, δηλαδή την απώλεια πρωτεΐνης στα ούρα, που αποτελεί ένδειξη νεφρικής βλάβης.
Συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες
Οι συχνότερες παρενέργειες των αγωνιστών GLP-1 είναι γαστρεντερικές: ναυτία, έμετος, διάρροια, δυσκοιλιότητα, φούσκωμα. Συνήθως εμφανίζονται κυρίως στην αρχή όταν αυξάνεται η δόση. Σπανιότερα, έχουν αναφερθεί σοβαρότερες παρενέργειες, όπως παγκρεατίτιδα, νόσος της χοληδόχου κύστης.
Τι γίνεται όταν το φάρμακο διακοπεί;
Οι μέχρι τώρα μελέτες δείχνουν ότι σημαντικό μέρος του βάρους μπορεί να επανέλθει. Αυτό σημαίνει ότι οι θεραπείες αυτές πιθανόν να χρειάζονται μακροχρόνια ή ακόμη και συνεχόμενη χρήση, κάτι που φέρνει στο προσκήνιο ζητήματα κόστους, πρόσβασης και συμμόρφωσης.
Οι επιστήμονες ωστόσο δεν γνωρίζουν ακόμη με βεβαιότητα ποιοι ασθενείς θα ωφεληθούν περισσότερο, για πόσο καιρό πρέπει να λαμβάνουν αυτά τα φάρμακα και ποιο είναι το βέλτιστο μακροχρόνιο σχήμα.
πηγή στην Google
Ακολούθησε το debater.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις