Ηλεκτρονικές απάτες: Το έγκλημα που προσαρμόζεται στην επικαιρότητα

Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται αυξημένη αποστολή παραπλανητικών μηνυμάτων

Ηλεκτρονικές απάτες: Το έγκλημα που προσαρμόζεται στην επικαιρότητα
Unsplash

*του Χρήστου Σώκλα

Οι ηλεκτρονικές απάτες δεν αποτελούν πλέον μια περιφερειακή μορφή εγκληματικότητας που αφορά μόνο πολίτες χωρίς εξοικείωση με την τεχνολογία. Πρόκειται για ένα οργανωμένο και διαρκώς εξελισσόμενο πεδίο εγκληματικής δράσης, το οποίο προσαρμόζεται με ιδιαίτερη ταχύτητα στην κοινωνική και οικονομική επικαιρότητα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Οι δράστες παρακολουθούν καθημερινά ειδήσεις, κρατικές ανακοινώσεις, τραπεζικές αλλαγές, επιδόματα, φορολογικές επιστροφές, ακόμη και γεγονότα που απασχολούν έντονα την κοινή γνώμη. Πάνω σε αυτά δημιουργούν σενάρια εξαπάτησης που προκαλούν αίσθηση αξιοπιστίας και οικειότητας στον πολίτη.

Το τελευταίο διάστημα παρατηρείται αυξημένη αποστολή παραπλανητικών μηνυμάτων που σχετίζονται με προπληρωμένες κάρτες, επιστροφές χρημάτων, μεταφορές δεμάτων, λογαριασμούς κοινής ωφέλειας ή υπηρεσίες μετακίνησης. Χαρακτηριστική ήταν πρόσφατα η περίπτωση ψευδών SMS που εμφανίζονταν ως ειδοποιήσεις για το Μετρό Θεσσαλονίκης και οι βεβαιώσεις παραβάσεων οχημάτων που οδηγούσαν τους χρήστες σε πλαστές ιστοσελίδες με σκοπό την υποκλοπή τραπεζικών στοιχείων.

Αντίστοιχα φαινόμενα καταγράφονται σχεδόν κάθε φορά που υπάρχει αυξημένη κινητικότητα σε κρατικές πληρωμές ή τραπεζικές διαδικασίες. Οι επιτήδειοι εκμεταλλεύονται την επικαιρότητα και προσαρμόζουν άμεσα τη μεθοδολογία τους, επιχειρώντας να εμφανιστούν ως δημόσιοι φορείς, τράπεζες ή γνωστές εταιρείες.

Στην πραγματικότητα, η σύγχρονη ηλεκτρονική απάτη βασίζεται περισσότερο στην ψυχολογία παρά στην τεχνική υπεροχή. Ο στόχος δεν είναι μόνο η παραβίαση ενός συστήματος ασφαλείας, αλλά κυρίως η χειραγώγηση του ίδιου του χρήστη.

Το αίσθημα επείγοντος αποτελεί το βασικό εργαλείο των δραστών. Ένα μήνυμα που αναφέρει ότι «ο λογαριασμός σας θα απενεργοποιηθεί», ότι «εκκρεμεί παράδοση δέματος» ή ότι «δικαιούστε επιστροφή χρημάτων» αρκεί συχνά για να οδηγήσει έναν πολίτη σε βεβιασμένες κινήσεις, χωρίς τον απαραίτητο έλεγχο.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι τα θύματα δεν ανήκουν πλέον μόνο σε μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες. Όλο και συχνότερα στοχοποιούνται άνθρωποι με υψηλή ψηφιακή εξοικείωση, επαγγελματίες και πολίτες που χρησιμοποιούν καθημερινά ηλεκτρονικές συναλλαγές. Οι απατεώνες αξιοποιούν εξελιγμένες τεχνικές πλαστογράφησης αριθμών τηλεφώνου και ιστοσελίδων, με αποτέλεσμα πολλές ψευδείς επικοινωνίες να εμφανίζονται απολύτως αυθεντικές.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Σε αρκετές περιπτώσεις, το θύμα αντιλαμβάνεται την εξαπάτηση όταν η μεταφορά χρημάτων έχει ήδη ολοκληρωθεί και τα ποσά έχουν μεταφερθεί διαδοχικά σε διαφορετικούς λογαριασμούς, δυσκολεύοντας σημαντικά τον εντοπισμό και τη δέσμευσή τους.

Το ζήτημα αποκτά πλέον και έντονη νομική διάσταση. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ενισχύεται σταδιακά η άποψη ότι οι τράπεζες δεν μπορούν να αποποιούνται αυτομάτως την ευθύνη σε περιπτώσεις μη εγκεκριμένων συναλλαγών. Η επίκληση γενικής «αμέλειας του πελάτη» δεν θεωρείται πάντοτε επαρκής για την απαλλαγή ενός πιστωτικού ιδρύματος από την υποχρέωση επιστροφής χρημάτων, ιδιαίτερα όταν προκύπτουν ζητήματα ελλιπούς προστασίας ή ανεπαρκούς ελέγχου ασφαλείας.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ωστόσο, η ουσιαστική προστασία εξακολουθεί να ξεκινά από την πρόληψη. Καμία τράπεζα ή δημόσια υπηρεσία δεν ζητά μέσω SMS ή ηλεκτρονικού συνδέσμου στοιχεία e-banking, κωδικούς πρόσβασης ή επιβεβαίωση συναλλαγών. Η διασταύρωση κάθε ύποπτης επικοινωνίας μέσω των επίσημων καναλιών ενός οργανισμού αποτελεί πλέον βασικό κανόνα καθημερινής ασφάλειας.

Πέρα όμως από την ατομική προσοχή, απαιτείται και ουσιαστική ενίσχυση της ψηφιακής ενημέρωσης των πολιτών. Η συνεχής εκπαίδευση σε βασικές πρακτικές κυβερνοασφάλειας, η ταχύτερη ενημέρωση για νέες μορφές απάτης και η ενίσχυση των μηχανισμών άμεσης τραπεζικής αντίδρασης μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις συνέπειες τέτοιων επιθέσεων.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Εξίσου κρίσιμη είναι και η άμεση αντίδραση σε περίπτωση εξαπάτησης. Η ταχεία ενημέρωση της τράπεζας, η καταγγελία στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές και η διατήρηση αποδεικτικών στοιχείων μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικές τόσο για τη διερεύνηση της υπόθεσης όσο και για τη διεκδίκηση αποζημίωσης.

Το ηλεκτρονικό έγκλημα δεν κινείται πλέον στο περιθώριο της καθημερινότητας. Προσαρμόζεται στην επικαιρότητα, εκμεταλλεύεται τη βιασύνη και την εμπιστοσύνη των πολιτών και επιχειρεί να μετατρέψει μια στιγμιαία απροσεξία σε οικονομικό κέρδος. Και αυτό είναι ίσως το πιο επικίνδυνο χαρακτηριστικό του: δεν βασίζεται μόνο στην τεχνολογία, αλλά κυρίως στην ανθρώπινη συμπεριφορά.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
Φωτογραφία

*Μέλος της Ένωσης Αστυνομικών Υπαλλήλων Αθηνών (Ε.ΑΣ.Υ.Α.), Πτυχιούχος Νομικής Σχολής Αθηνών με ειδίκευση στην Εγκληματολογία

Προσθήκη ως προτεινόμενη
πηγή στην Google
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ