Δημητρακόπουλος: “Ο Γιώργος Τσαγκαράκης δηλώνει αθώος, όλα θα αποδειχθούν στο δικαστήριο”
Είναι αντιμέτωπος με τέσσερα κακουργήματα και ένα πλημμέλημα.

Ο Μιχάλης Δημητρακόπουλος ισχυρίζεται ότι ο Γιώργος Τσαγκαράκης είναι αθώος την ώρα που ο γνωστός γκαλερίστας απολογείται κατηγορούμενος για απάτες κακουργηματικού χαρακτήρα με πλαστά έργα τέχνης αλλά και πωλήσεις αρχαίων μνημείων.
«Ο κύριος Τσαγκαράκης δηλώνει αθώος. Δεν έχει διαπράξει τα αδικήματα που του αποδίδονται. Θα πείσουμε την ανακρίτρια ότι αδίκως κρατείται. Αυτή είναι η πρώτη του δήλωση δι’ εμού» είπε μπροστά στις κάμερες ο γνωστός δικηγόρος. «Κανένας ο οποίος δημοπρατεί ή εμπορεύεται έργα τέχνης δεν διαφημίζει αντικείμενα που είναι πλαστά γιατί αυτό θα σήμαινε αυτοκτονία» πρόσθεσε ο κ. Δημητρακόπουλος.
Για το Ευαγγέλιο του 18ου αιώνα που είχε παρουσιάσει ο Γιώργος Τσαγκαράκης σε τηλεοπτική εκπομπή: «Στις 19 Μαρτίου είχε επικοινωνήσει με την αρμόδια Εφορία Αρχαιοτήτων και προσπάθησε να κλείσει ραντεβού. Ήθελε να δείξει το Ευαγγέλιο για να ενημερωθεί αρμοδίως, αν υπάρχει πρόβλημα. Τον πρόλαβε η αστυνομία».
«Η ταπεινότητά μου δεν μπορεί να δεχτεί πως είχε δόλο. Δεν είναι δυνατόν να γνώριζε πως είχε στα χέρια του αντικείμενα πλαστά και να τα διαφήμιζε. Υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία για όλα και θα τα παρουσιάσουμε» είπε καταληκτικά ο δικηγόρος του Γιώργου Τσαγκαράκη.
Το βαρύ κατηγορητήριο
Βαρύ κατηγορητήριο αντιμετωπίζει ο γνωστός γκαλερίστας που απολογείται από το πρωί της Τρίτης (24/3) μετά την σύλληψη του την περασμένη Παρασκευή (24/3).
Ειδικότερα, τα αδικήματα που βαραίνουν τον Γιώργο Τσαγκαράκη είναι:
-Υπεξαίρεση αρχαίου και νεότερων μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τελεσθείσα κατά επάγγελμα (κακούργημα).
-Παράβαση της υποχρέωσης δήλωσης μνημείου.
-Διακεκριμένη περίπτωση κατασκευής-έκθεσης διακίνησης-διάθεσης-κατοχής έργων τέχνης με σκοπό παραπλάνησης, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας τελεσθείσα, κατά επάγγελμα και σε εμπορική κλίμακα, κατ’ εξακολούθηση, (κακούργημα).
-Απάτη με ζημιά ιδιαίτερα μεγάλη, κατά εξακολούθηση (κακούργημα).
-Διακεκριμένη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κατ’ εξακολούθηση τελεσθείσα, κατ’ επάγγελμα (κακούργημα).
Μαζί του απολογείται και μία υπάλληλος του για το αδίκημα της αποδοχής αρχαίου κινητού μνημείου, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που αποτελεί προϊόν εγκλήματος.
Το χρονικό
Την ίδια ώρα, οι καταγγελίες σε βάρος του πασίγνωστου εκτιμητή έργων τέχνης έχουν πάρει μορφή “χιονοστιβάδας“, ενώ οι έρευνες της Αστυνομίας συνεχίζονται με εντατικό ρυθμό.
Η διερεύνηση της υπόθεσης άρχισε στις 24 Φεβρουαρίου 2026, όταν οι αρμόδιες υπηρεσίες έλαβαν καταγγελία μέσω email. Σε αυτήν επισημαινόταν μια οργανωμένη και διαρκής προσπάθεια εξαπάτησης του φιλότεχνου κοινού, μέσα από δημοπρασίες που προβάλλονταν τόσο στην τηλεόραση όσο και στο διαδίκτυο. Το υλικό που συνόδευε την καταγγελία περιελάμβανε φωτογραφίες από στιγμιότυπα εκπομπών συγκεκριμένης γκαλερί, όπου παρουσιάζονταν πίνακες ως έργα γνωστών ζωγράφων, καθώς και συνδέσμους που οδηγούσαν σε αντίστοιχες αγγελίες πώλησης.
Η υπόθεση πήρε νέα τροπή στις 19 Μαρτίου, όταν οι Αρχές έλαβαν επιπλέον καταγγελίες, αυτή τη φορά από έναν Κύπριο βυζαντινολόγο και από τη Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών του υπουργείου Πολιτισμού. Στο επίκεντρο της έρευνας βρέθηκε ένα Ευαγγέλιο του 1745, το οποίο είχε παρουσιαστεί σε δημοπρασία με εκτιμώμενη αξία από 8.000 έως 12.000 ευρώ.
«Πουλούσε έργο του Φασιανού που ήταν καταφανώς πλαστό»
Το πρωί της Τρίτης 24/3 μίλησε στο Mega ο δικηγόρος και νομικός σύμβουλος Εθνικής Πινακοθήκης, Γιώργος Οικονομόπουλος:
«Εγώ δεν παρακολουθώ τηλεόραση, τα μεσημεριανά δελτία και λοιπά, αλλά ήμουν άρρωστος τη μέρα εκείνη, είχα πυρετό και παρακολουθούσα διάφορα θέματα στην τηλεόραση. Και είδα τον συγκεκριμένο γκαλερίστα να δημοπρατεί μεταξύ άλλων και έργο του Φασιανού του Μυταρά και του Τσαρούχη. Επειδή ασχολούμαι 39 χρόνια με τον αντικείμενο και ήμουν ο δικηγόρος του Φασιανού επί 35 χρόνια, γνώριζα πολύ καλά τη δουλειά του. Και διεπίστωσα ότι το έργο του ήταν καταφανώς πλαστό. Μάλιστα πήρα και τηλέφωνο. Το κατάλαβα διότι τόσο το έργο, το τεχνοτροπικό του ιδίωμα ήταν κατ’ απομίμηση του δικού του καλλιτεχνικού ιδιώματος και η υπογραφή του ήταν και αυτή καταφανώς πλαστή».
Σύμφωνα με τον ίδιο, «σαφέστατα δεν το καταλαβαίνετε, γι’ αυτό ακριβώς και επωλείτο. Διότι είναι πάρα πολύ δύσκολο και μάλιστα από τηλεοράσεως να ανιχνευθεί η πλαστότητα. Εις επίρρωση τούτου, πήρα τηλέφωνο και την χήρα του ζωγράφου τη στιγμή εκείνη, την Μαρίζα Φασιανού, και της είπα να συντονιστεί και αυτή στο ίδιο κανάλι για να διαπιστώσει την πλαστότητα. Και την επιβεβαίωσε την πλαστότητα του έργου αυτού. Εν πάση περιπτώσει, πλαστά ήταν και άλλα.
Το δημοπρατούσε για 4.500 ευρώ, νομίζω ότι το τελευταίο χτύπημα ήταν 3.400. Παρότρυνε τον υποψήφιο αγοραστή να προσφέρει 4.500 γιατί δεν μπορούσε, είπε, να το πουλήσει πιο κάτω, ήταν αξιόλογο έργο. Και ο αγοραστής δεν προσέφερε το ποσό αυτό και τελικά δεν πουλήθηκε το έργο. Το δημοπρατούσε ως γνήσιο έργο του Φασιανού, το οποίο έφερε τάχα την γνήσια υπογραφή του ζωγράφου. Το έργο λοιπόν ήταν καταφανώς πλαστό, και έφερε πλαστογραφημένη την υπογραφή του ζωγράφου, κατ’ απομίμηση της γνήσιας υπογραφής του».
Ακολούθησε το debater.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις





