Αντιπυρική περίοδος 2026: Περίπου 354.000 στρέμματα έγιναν στάχτη
Το 80% της καταστροφής προκλήθηκε από μόλις 12 μεγάλες πυρκαγιές
Περίπου 354.000 στρέμματα δασικών και άλλων εκτάσεων κάηκαν κατά τη διάρκεια της αντιπυρικής περιόδου του 2026, με το 80% της συνολικής καμένης έκτασης να αποδίδεται σε μόλις 12 μεγάλες πυρκαγιές. Ο απολογισμός αποτυπώνει τις σημαντικές περιβαλλοντικές και κοινωνικές συνέπειες των φετινών πυρκαγιών, παρά το γεγονός ότι οι καμένες εκτάσεις ήταν χαμηλότερες από τον μέσο όρο της τελευταίας εικοσαετίας.
Σύμφωνα με την ολοκληρωμένη ανασκόπηση της αντιπυρικής περιόδου, που δόθηκε στη δημοσιότητα την Τρίτη 3 Νοεμβρίου από το WWF Ελλάς, την Πυρομετεωρολογική ομάδα FLAME της Μονάδας ΜΕΤΕΟ του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και το Παρατηρητήριο για τις Δασικές Πυρκαγιές Firewatch, η συνολική καμένη έκταση ενδέχεται να ξεπερνά τα 400.000 στρέμματα, εάν συνυπολογιστούν και μικρότερα περιστατικά που δεν καταγράφονται στο ευρωπαϊκό σύστημα EFFIS.
Με βάση τα στοιχεία της περιόδου 2006-2025, το 2026 κατατάσσεται ως η όγδοη χειρότερη χρονιά τόσο ως προς τις καμένες εκτάσεις όσο και ως προς τον αριθμό των πυρκαγιών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι οι συνολικές πυρομετεωρολογικές συνθήκες κινήθηκαν κοντά στα κανονικά επίπεδα στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Ωστόσο, σε ορισμένες περιπτώσεις οι ισχυροί άνεμοι δυσχέραναν σημαντικά το έργο της κατάσβεσης.
Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει, σύμφωνα με τους συντάκτες της έκθεσης, ότι η έκταση μιας καταστροφής δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις καιρικές συνθήκες, αλλά και από την πρόληψη, την επιχειρησιακή ετοιμότητα και την αποτελεσματική διαχείριση των μεγάλων πυρκαγιών.
Έντεκα νεκροί και μεγάλες καταστροφές σε προστατευόμενες περιοχές
Το ανθρώπινο και περιβαλλοντικό αποτύπωμα της φετινής αντιπυρικής περιόδου ήταν ιδιαίτερα βαρύ. Έντεκα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ καταγράφηκαν τραυματισμοί και σημαντικές ζημιές σε κατοικίες, υποδομές και παραγωγικές δραστηριότητες.
Παράλληλα, οι πυρκαγιές επηρέασαν έξι προστατευόμενες περιοχές συνολικής μικτής έκτασης 37.390 στρεμμάτων. Πρόκειται για τρεις περιοχές του δικτύου Natura 2000, έναν Εθνικό Δρυμό και δύο Καταφύγια Άγριας Ζωής.
Ανησυχητικό είναι και το γεγονός ότι περίπου 59.443 στρέμματα κάηκαν ξανά μέσα σε διάστημα μικρότερο των 20 ετών. Η επαναλαμβανόμενη καταστροφή περιορίζει τις δυνατότητες φυσικής αναγέννησης και αυξάνει τον κίνδυνο μακροχρόνιας υποβάθμισης των δασικών οικοσυστημάτων.
Οι μεγαλύτερες εκτάσεις που έχουν καεί επανειλημμένα εντοπίζονται στο Ρέθυμνο, στην Κάρυστο, στην περιοχή Πόρτο Γερμενό – Κιθαιρώνα, στη Σκύρο και στην Πάρο.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η κατάσταση στην Αττική, όπου τα τελευταία 20 χρόνια έχουν καεί τουλάχιστον 1,1 εκατομμύρια στρέμματα. Περίπου το ένα πέμπτο αυτών των εκτάσεων έχει καεί δύο ή περισσότερες φορές, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά τη δυνατότητα φυσικής αποκατάστασης.
Σημαντικές απώλειες καταγράφηκαν επίσης σε δασικά οικοσυστήματα που δυσκολεύονται να αναγεννηθούν μετά από μια πυρκαγιά, όπως τα δάση μαύρης πεύκης και ελάτης.
Οι τέσσερις πυρκαγιές που προκάλεσαν τη μεγαλύτερη ανησυχία
Η έκθεση ξεχωρίζει τέσσερις πυρκαγιές που, λόγω της έκτασης ή των ιδιαίτερων περιβαλλοντικών επιπτώσεών τους, προκαλούν τη μεγαλύτερη ανησυχία.
Η μεγαλύτερη πυρκαγιά της χρονιάς εκδηλώθηκε στη Δυτική Αττική, στην περιοχή Πόρτο Γερμενό, κατακαίγοντας 113.386 στρέμματα. Μάλιστα, το 27% της έκτασης είχε καεί τουλάχιστον μία ακόμη φορά κατά την τελευταία εικοσαετία.
Στο Ρέθυμνο, δύο μεγάλες πυρκαγιές, στην Κρύα Βρύση και στην Πρέβελη, έκαψαν συνολικά 50.120 στρέμματα. Οι φωτιές επηρέασαν δύο περιοχές Natura 2000, ενώ περίπου 28.940 στρέμματα είχαν καεί ξανά τουλάχιστον μία φορά μέσα στα προηγούμενα 20 χρόνια.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η πυρκαγιά στην Τραπεζίτσα της Κόνιτσας, η οποία προκλήθηκε από κεραυνική δραστηριότητα και τέθηκε υπό έλεγχο περίπου έναν μήνα μετά την εκδήλωσή της.
Η φωτιά έπληξε με μεγάλη ένταση τμήματα ώριμου δάσους ρόμπουλου (Pinus heldreichii), ενός σπάνιου και ιδιαίτερα σημαντικού ορεινού κωνοφόρου. Η έλλειψη επαρκούς αριθμού άκαυτων ώριμων δέντρων στην περιοχή δημιουργεί αβεβαιότητα για τη φυσική αποκατάσταση του δάσους.
Τέλος, η πυρκαγιά στον Βόρειο Έβρο, στην περιοχή της Ρούσσας, πέρασε στην ελληνική επικράτεια από τη Βουλγαρία στις αρχές Οκτωβρίου. Το περιστατικό επαναφέρει στο προσκήνιο την ανάγκη διακρατικής συνεργασίας και συντονισμένης διαχείρισης των πυρκαγιών που διασχίζουν τα εθνικά σύνορα.
Τι πήγε καλά και ποιες αδυναμίες παραμένουν
Στα θετικά της φετινής περιόδου καταγράφονται η αποτελεσματική αρχική αντιμετώπιση της πλειονότητας των πυρκαγιών, η ενισχυμένη αξιοποίηση των επίγειων δυνάμεων και η βελτίωση της διερεύνησης των αιτιών από τη Διεύθυνση Αντιμετώπισης Εγκλημάτων Εμπρησμού του Πυροσβεστικού Σώματος.
Ωστόσο, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες στην πρόληψη, στον επιχειρησιακό συντονισμό και στην αντιμετώπιση μεγάλων πυρκαγιών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη συμβολή του δικτύου μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας στην εκδήλωση καταστροφικών περιστατικών, με την έκθεση να επισημαίνει την ανάγκη για στοχευμένα προληπτικά μέτρα και μεγαλύτερη ευθύνη από τους αρμόδιους διαχειριστές.
Παράλληλα, επισημαίνεται ότι εξακολουθεί να απουσιάζει ένα ολοκληρωμένο και διαφανές σύστημα καταγραφής του πραγματικού κόστους των πυρκαγιών, αλλά και των χρημάτων που διατίθενται για την πρόληψη, την καταστολή και την αποκατάσταση.
Σημαντική θεσμική εξέλιξη χαρακτηρίζεται ο νέος νόμος 5281/2026, γνωστός ως «Ενεργή Μάχη». Ωστόσο, όπως τονίζεται, το μεγάλο ζητούμενο πλέον είναι η ουσιαστική εφαρμογή των προβλέψεών του.
Μεταξύ των βασικών προτεραιοτήτων που θέτουν οι τρεις φορείς είναι η μείωση των ενάρξεων πυρκαγιών, η ενίσχυση του επιχειρησιακού συντονισμού, η καλύτερη αξιοποίηση των επίγειων δυνάμεων και των εθελοντικών ομάδων, καθώς και η προστασία των ευάλωτων οικοσυστημάτων.
Επιπλέον, ζητούνται συστηματική αξιολόγηση των διαθέσιμων πόρων και καθιέρωση διαδικασίας εξαγωγής συμπερασμάτων μετά από κάθε αντιπυρική περίοδο και κάθε σημαντικό περιστατικό.
Το βασικό συμπέρασμα της ανασκόπησης είναι ότι, ακόμη και όταν οι περισσότερες πυρκαγιές αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά, ένας μικρός αριθμός μεγάλων περιστατικών μπορεί να προκαλέσει το μεγαλύτερο μέρος της καταστροφής. Η ενίσχυση της πρόληψης, η συνεργασία των αρμόδιων φορέων και η αξιολόγηση των επιχειρησιακών επιλογών αναδεικνύονται ως κρίσιμες προϋποθέσεις για τον περιορισμό των μελλοντικών απωλειών.
πηγή στην Google
Ακολούθησε το debater.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις