Ελληνοτουρκικά – Χάγη ή διάλογος: Ποια στρατηγική εξυπηρετεί σήμερα τα συμφέροντα της Ελλάδας;

Κοντά σε μια νέα συνάντηση βρίσκονται ο Έλληνας πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του Φεβρουαρίου.
Ύστερα από σχεδόν έναν χρόνο, κατά τη διάρκεια του οποίου οι προσπάθειες για τη σύγκληση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας (ΑΣΣ) και τη συνάντηση κορυφής των δύο ηγετών «ναυάγησαν», οι δύο πλευρές φαίνεται ότι βρίσκονται πολύ κοντά στον ορισμό της ημερομηνίας.
Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών, Χακάν Φιντάν, την Πέμπτη 15/1 κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου δήλωσε ότι αναζητείται ημερομηνία, με βάση τα προγράμματα των δύο ηγετών, γεγονός που επιβεβαιώθηκε λίγο αργότερα από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη.
Οι δηλώσεις του Φιντάν δεν περιορίστηκαν στην επιβεβαίωση του ραντεβού, αλλά συνοδεύτηκαν από πολιτικά μηνύματα, αιχμές προς την Αθήνα και αναφορές που δείχνουν ότι η Άγκυρα επιδιώκει να διατηρήσει ψηλά τον πήχη των διεκδικήσεών της.
«Και οι ίδιοι θέλουν να γίνει πριν από το Ραμαζάνι [σ.σ. πριν από τις 17 Φεβρουαρίου]. Εργαζόμαστε πάνω σε μερικές ημερομηνίες. Δηλαδή, ανάλογα με το πόσο πυκνό είναι το πρόγραμμα του προέδρου μας, ο οποίος θέλει να γίνει αυτή η συνάντηση το συντομότερο δυνατόν», τόνισε ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας.
Απαντώντας σε ερώτηση της «Καθημερινής» για το τι να περιμένουμε από αυτήν τη συνάντηση των δύο ηγετών, καθώς και για τα επόμενα βήματα στα ελληνοτουρκικά, ο Φιντάν πρόταξε την ανάγκη «μόνιμης λύσης του προβλήματος του Αιγαίου», βάζοντας παράλληλα «σε παρένθεση τα θέματα της εσωτερικής πολιτικής». Ο έμπιστος του Τούρκου Προέδρου είπε επίσης ότι θα συζητηθούν ζητήματα όπως είναι εκείνα των χωρικών υδάτων και της υφαλοκρηπίδας.
«Στο θέμα των χωρικών υδάτων, της υφαλοκρηπίδας εμείς έχουμε την εξής στάση όσον αφορά την επίλυση αυτού του ζητήματος: αν κοιτάξετε τη μακροπρόθεσμη πολιτική του προέδρου μας, θα δείτε ότι έχει αφενός ένα μεγάλο όραμα και αφετέρου τη βούληση να επιλύσει ειδικά αυτό το ζήτημα» επισήμανε και πρόσθεσε:
Εμείς έχουμε δηλώσει επανειλημμένα ότι είμαστε έτοιμοι να κάνουμε ποιοτικές συνομιλίες, δηλαδή όχι μόνο διερευνητικές, αλλά να προχωρήσουμε πιο πέρα και να επιλύσουμε το θέμα μόνιμα. Στην εσωτερική πολιτική της Ελλάδας, το ζήτημα της αντίληψης της Τουρκίας ως απειλής παίζει πάντα καθοριστικό ρόλο στην πολιτική. Δηλαδή, όταν κάποιος προσπαθεί να κάνει κάτι σχετικά με την Τουρκία, οπωσδήποτε και υποχρεωτικά πρέπει να πληρώσει ένα πολιτικό τίμημα. Ενας πολιτικός ηγέτης στην Ελλάδα πρέπει να κάνει μια επιλογή μεταξύ της επίλυσης των προβλημάτων με την Τουρκία και της επίτευξης ειρήνης στην περιοχή, με το να ρισκάρει την πολιτική του καριέρα. Αυτή η επιλογή δεν δύναται ποτέ να είναι υπέρ της επίλυσης του προβλήματος. Αυτό είναι μια πραγματικότητα. Αυτό πρέπει να εξαλειφθεί. Εμείς πρέπει να υλοποιήσουμε τα μέτρα οικοδόμησης της εμπιστοσύνης. Πρέπει όσο το δυνατόν να μη γίνεται εργαλειοποίηση των θεμάτων στην εσωτερική πολιτική. Ετσι είναι και για την Τουρκία αλλά εμείς πρέπει πλέον πρέπει να φτάσουμε σε μια πολιτική ωριμότητα».
«Είναι εφικτό να λύσουμε τα προβλήματα. Αλλά τι κάναμε τα τελευταία δύο χρόνια; Τουλάχιστον δεν υπήρξαν τόσες πολλές αερομαχίες και μεγάλες εντάσεις μεταξύ αεροσκαφών όπως παλιά. Οι μηχανισμοί που τέθηκαν σε εφαρμογή σε αυτό το θέμα λειτούργησαν σε κάποιο βαθμό. Ιδιαίτερα οι ένοπλες δυνάμεις μας έδειξαν μεγάλη ευαισθησία σε αυτό το θέμα. Δηλαδή υπάρχει συνεργασία στο θέμα των μεταναστών, υπάρχει συνεργασία και σε άλλα θέματα», είπε ο Φιντάν και κατέληξε:
«Ευελπιστώ να λύσουμε μόνιμα το πρόβλημα του Αιγαίου χωρίς να χαραμίσουμε αυτή την ιστορική ευκαιρία. Αλλά, το θέμα πρέπει να απεξαρτηθεί ιδίως από την πίεση της εσωτερικής πολιτικής στην Ελλάδα και να συζητηθεί με ορθολογισμό, σε μια γραμμή που θα έχει ως βάση το εθνικό συμφέρον της Ελλάδας και το συμφέρον της Τουρκίας».
Σε δηλώσεις του από το βήμα της Βουλής την Παρασκευή 16/1, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης ανακοίνωσε την πρόθεση της κυβέρνησης για επέκταση των χωρικών υδάτων: «Εκτός από το θαλάσσιο χωροταξικό έχουμε και τα θαλάσσια πάρκα που κατοχυρώνουν την κυριαρχία μας και εξουδετερώνουν την όποια αξίωση για τις ζώνες κυριαρχίας. Είναι η πρώτη φάση και θα ακολουθήσουν και άλλα. Έχουμε το θαλάσσιο πάρκο Αιγαίο 1 και θα έρθει το 2, μην ανησυχείτε. Θα έρθει όπως ήρθε η επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια, όπως ήρθε η συμφωνία με Αίγυπτο, όπως ήρθε η συμφωνία με την Ιταλία όπως θα έρθει και η επέκταση των χωρικών υδάτων».
Όσον αφορά στα ελληνοτουρκικά, υπογράμμισε πως «ο διάλογος με την Τουρκία γίνεται πάνω σε ένα νομικό δεδομένο της διακήρυξης των Αθηνών» και ήδη «παράγει αποτελέσματα».
Ο κ. Γεραπετρίτης επισήμανε ότι «είναι σημαντική η ειρήνη στην περιοχή», επαναλαμβάνοντας πως «δεν θα συζητήσουμε ποτέ θέματα κυριαρχίας της χώρας» και διαβεβαίωσε ότι «είναι αδιαπραγμάτευτα». Επίσης, πρόσθεσε: «Καμία απολύτως έκπτωση σε σχέση με τις διεθνείς μας σχέσεις. Δεν είμαστε απλώς ισότιμοι· είμαστε σε θέση πραγματικής ισχύος».
Αναφερόμενος ειδικά στην Άγκυρα, ο υπουργός υπογράμμισε ότι «η γαλάζια πατρίδα μπορεί να μην έχει φύγει, υπάρχει όμως το θαλάσσιο χωροταξικό που είναι η δική μας θέση για την Ελλάδα».
To επόμενο κρίσιμο ορόσημο πριν από τη συνάντηση κορυφής είναι ο πολιτικός διάλογος και η θετική ατζέντα που θα διεξαχθούν στις 20 και 21 Ιανουαρίου στην Αθήνα, με στόχο την προετοιμασία του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας.
Μέχρι τότε, αν και Αθήνα και Άγκυρα μεταδίδουν την εικόνα ότι ο διάλογος συνεχίζεται κανονικά, μένει να απαντηθεί με ποια ατζέντα και ποιες προσδοκίες θα προσέλθουν στο τραπέζι.
Πάντως, η διαφαινόμενη πρόθεση της Τουρκίας να καθίσει στο “τραπέζι” με την Ελλάδα μέχρι να βρεθεί λύση στο πρόβλημα του Αιγαίου βάζει τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε νέα τροχιά.
Χάγη ή διάλογος;
Ένα κρίσιμο και διαχρονικό ερώτημα αποτελεί το αν η Ελλάδα πρέπει να προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και το εάν είναι ώριμες οι συνθήκες για αυτό ή πρόκειται για ένα βήμα υψηλού ρίσκου με απρόβλεπτες συνέπειες;
Η Ελλάδα διαχρονικά υποστηρίζει ότι η μόνη διαφορά με την Τουρκία αφορά την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Υπό αυτή την οπτική, η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης φαίνεται πως είναι η πιο θεσμική λύση. Μια δικαστική απόφαση θα μπορούσε να κλείσει οριστικά το ζήτημα, απομακρύνοντας τον κίνδυνο κλιμάκωσης και μετατρέποντας μια χρόνια διαφορά σε νομικό προηγούμενο.
Ωστόσο, η Χάγη προϋποθέτει συνυποσχετικό, δηλαδή συμφωνία για το τι ακριβώς κρίνεται. Και εκεί εντοπίζεται ο βασικός κίνδυνος: η πιθανότητα διεύρυνσης της ατζέντας με ζητήματα που η Αθήνα θεωρεί αδιαπραγμάτευτα. Επίσης, καμία δικαστική απόφαση δεν είναι απολύτως προβλέψιμη, γεγονός που καθιστά το εγχείρημα πολιτικά ριψοκίνδυνο.
Από την άλλη πλευρά, ο διάλογος εμφανίζεται ως ασφαλέστερη επιλογή βραχυπρόθεσμα, καθώς διατηρεί ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας, μειώνει την ένταση και επιτρέπει τη διαχείριση κρίσεων χωρίς θεσμικές δεσμεύσεις.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, έγκειται στο αν ο διάλογος μπορεί να οδηγήσει κάποτε στη Χάγη ή αν χρησιμοποιείται για να την αναβάλλει επ’ αόριστον.
Το DEBATER για μια ακόμα φορά ζητά τη γνώμη σας: Χάγη ή διάλογος; Ποια στρατηγική εξυπηρετεί σήμερα τα ελληνικά συμφέροντα;
Ακολούθησε το debater.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις







