#DEBATES

Κρητική βεντέτα: Έχει ασχοληθεί σοβαρά το ελληνικό κράτος;

ΝΑΙ
ΟΧΙ

Κρητική βεντέτα: Έχει ασχοληθεί σοβαρά το ελληνικό κράτος;

Το φονικό στα Βορίζια ξαναφέρνει στο προσκήνιο το διαχρονικό ερώτημα: έχει πράγματι ασχοληθεί το ελληνικό κράτος με τη βεντέτα και την κουλτούρα των όπλων στην Κρήτη — ή περιορίζεται να επεμβαίνει μόνο όταν είναι πλέον αργά;

Κρητική βεντέτα: Έχει ασχοληθεί σοβαρά το ελληνικό κράτος;

Το διπλό φονικό στα Βορίζια Ηρακλείου (1 Νοεμβρίου 2025) επανέφερε με βίαιο τρόπο το ζήτημα της «βεντέτας» στην Κρήτη. Θύματα ήταν ένας 39χρονος και μια 56χρονη, ενώ οι αρχές εξέδωσαν εντάλματα σύλληψης και κινητοποίησαν ισχυρές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων ειδικών μονάδων. Οι έρευνες επεκτάθηκαν και εκτός Ηρακλείου, με εφόδους σε σπίτια και μαντριά, και σχέδιο αποκλιμάκωσης με πολυάριθμους αστυνομικούς στην περιοχή.

«Ναι, το κράτος έχει ασχοληθεί, και μάλιστα έντονα»

Μετά το μακελειό στα Βορίζια, οι αρχές κινήθηκαν άμεσα. Εκδόθηκαν εντάλματα σύλληψης, ενισχύθηκαν οι αστυνομικές δυνάμεις στην περιοχή, ενώ η ΕΛ.ΑΣ. πραγματοποίησε στοχευμένες έρευνες για βαρύ οπλισμό. Η παρουσία των αστυνομικών δυνάμεων αυξήθηκε θεαματικά, προκειμένου να αποτραπούν νέα επεισόδια ή αντίποινα, με το σχέδιο αποκλιμάκωσης να περιλαμβάνει ελέγχους σε σπίτια, στάνες και απομονωμένες περιοχές.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η αστυνομική κινητοποίηση δεν περιορίστηκε μόνο στην αντιμετώπιση του συγκεκριμένου εγκλήματος. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ. για το 2024, η Κρήτη παρουσίασε εκατοντάδες συλλήψεις που σχετίζονταν αποκλειστικά με υποθέσεις όπλων, από κατοχή και μεταφορά μέχρι χρήση. Οι αριθμοί αυτοί αποδεικνύουν ότι το φαινόμενο της οπλοκατοχής αντιμετωπίζεται συστηματικά και όχι ευκαιριακά, με τις αρχές να «χτυπούν» σταθερά εκεί όπου υπάρχει πληροφορία ή υπόνοια παράνομης δραστηριότητας.

Παράλληλα, η πολιτική ηγεσία έχει αναγνωρίσει δημόσια το μέγεθος του προβλήματος. Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη έχει ήδη προαναγγείλει αλλαγές στη λειτουργία της αστυνομίας, κάνοντας λόγο για ανάγκη εξειδικευμένης στρατηγικής στην Κρήτη, όπου, όπως παραδέχθηκε, κυκλοφορούν πολλά –ακόμη και νόμιμα– όπλα λόγω κυνηγετικών και σκοπευτικών αδειών. Το μήνυμα που εκπέμπει η κυβέρνηση είναι πως απαιτείται στοχευμένη πολιτική και όχι μια οριζόντια καταστολή που θα πλήξει την τοπική κοινωνία.

Επιπλέον, δεν πρόκειται για ένα μεμονωμένο περιστατικό κρατικής αντίδρασης. Τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματοποιηθεί ευρείας κλίμακας επιχειρήσεις στην Κρήτη για εξάρθρωση κυκλωμάτων που διακινούσαν όπλα και ναρκωτικά, με δεκάδες συλλήψεις και κατασχέσεις οπλοστασίων. Αυτές οι κινήσεις δείχνουν ότι το κράτος δεν περιορίζεται σε «πυροσβεστικές» επεμβάσεις μετά από κάθε τραγωδία, αλλά επενδύει σε επιχειρησιακές δράσεις που αποσκοπούν στην αποδόμηση των δικτύων που τροφοδοτούν τη βία.

Συνολικά, η εικόνα που προκύπτει είναι ότι το κράτος παρεμβαίνει αποφασιστικά —τουλάχιστον σε επίπεδο καταστολής. Με επιχειρήσεις, συλλήψεις, εξαρθρώσεις και πολιτικές εξαγγελίες, η Πολιτεία δείχνει πως δεν μένει αδρανής. Αν ο σκοπός είναι η επιβολή της νομιμότητας την κρίσιμη ώρα, τότε η κινητοποίηση υπάρχει και είναι πραγματική.

«Όχι, δεν έχει ασχοληθεί επαρκώς και με συνέπεια»

Παρά τις κατά καιρούς επιχειρήσεις και τις δηλώσεις της πολιτείας, τα αιματηρά επεισόδια στην Κρήτη αποδεικνύουν ότι η ουσία του προβλήματος παραμένει άλυτη. Το διπλό φονικό στα Βορίζια δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία· προηγήθηκαν χρόνια έντασης, μικροσυγκρούσεων και απειλών ανάμεσα σε οικογένειες. Κι όμως, καμία προληπτική δράση δεν φάνηκε να αποτρέπει την τραγωδία. Το γεγονός ότι οι βεντέτες επανέρχονται με τέτοια συχνότητα υποδηλώνει πως η κρατική παρέμβαση περιορίζεται στη διαχείριση των συνεπειών —όχι στην πρόληψη της αιτίας.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο εγκληματολογικό αλλά και κοινωνικό. Η Κρήτη φέρει μια μακρά παράδοση οπλοκατοχής, η οποία, σε αρκετές περιπτώσεις, έχει μετατραπεί σε σύμβολο ανδρείας ή κοινωνικού κύρους. Από τις «μπαλωθιές» στους γάμους και τα βαφτίσια μέχρι την αυθαίρετη χρήση όπλων σε προσωπικές διαφορές, η κατοχή και χρήση πυροβόλων έχει σε μεγάλο βαθμό κανονικοποιηθεί. Οι αρχές, όσο κι αν προσπαθούν, δύσκολα μπορούν να αλλάξουν μια κουλτούρα που περνά από γενιά σε γενιά.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η ελληνική νομοθεσία είναι, θεωρητικά, αυστηρή. Ο Νόμος 2168/1993 ορίζει με σαφήνεια τις προϋποθέσεις για την κατοχή, τη μεταφορά και τη χρήση όπλων, ενώ προβλέπει βαριές ποινές για την παράνομη οπλοφορία και την οπλοχρησία. Ωστόσο, η εφαρμογή του παραμένει αποσπασματική. Πολλοί κάτοχοι κυνηγετικών όπλων μεταφέρουν παράνομα τα όπλα τους εκτός επιτρεπόμενων συνθηκών, χωρίς η αστυνομία να έχει τη δυνατότητα ελέγχου σε πραγματικό χρόνο. Επιπλέον, οι διαδικασίες για ανάκληση αδειών ή για αυστηρότερο έλεγχο των ήδη εκδομένων είναι συχνά αργές και γραφειοκρατικές.

Το χάσμα ανάμεσα στον νόμο και την πραγματικότητα είναι τεράστιο. Ενώ στα χαρτιά η Ελλάδα διαθέτει από τα πιο περιοριστικά πλαίσια στην Ευρώπη, στην πράξη ορισμένες περιοχές της Κρήτης λειτουργούν σαν να ισχύουν δικοί τους άγραφοι κανόνες. Το φαινόμενο αυτό δεν αντιμετωπίζεται μόνο με συλλήψεις, αλλά με μακρόπνοη στρατηγική που θα περιλαμβάνει εκπαίδευση, ενημέρωση και κοινωνική αποδοκιμασία της βεντέτας ως «παράδοσης».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η απουσία πρόληψης είναι το μεγαλύτερο κενό. Οι αρχές ενεργοποιούνται μετά το αίμα, όχι πριν. Καμία ουσιαστική πολιτική πρόληψης, κανένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα, καμία θεσμική πρωτοβουλία δεν έχει καταφέρει να σπάσει τον φαύλο κύκλο της βεντέτας. Ούτε το σχολείο, ούτε η τοπική αυτοδιοίκηση, ούτε η ίδια η Εκκλησία έχουν υψώσει σταθερά τη φωνή τους απέναντι σε ένα φαινόμενο που στιγματίζει το νησί εδώ και δεκαετίες.

Έτσι, το ερώτημα αν «το κράτος έχει ασχοληθεί» δεν απαντάται μετρώντας επιχειρήσεις και συλλήψεις, αλλά εξετάζοντας αν έχει αλλάξει κάτι επί της ουσίας. Και η πραγματικότητα δείχνει πως, παρά τις καλές προθέσεις και τις έκτακτες παρεμβάσεις, η Κρήτη εξακολουθεί να ζει υπό το βάρος μιας κουλτούρας βίας, όπου ο νόμος του κράτους σταματά εκεί που αρχίζει η «τιμή» της οικογένειας.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τι λέει ο νόμος για την οπλοκατοχή και την οπλοφορία στην Ελλάδα

Το νομικό πλαίσιο για την κατοχή και τη χρήση όπλων στην Ελλάδα ρυθμίζεται από τον Νόμο 2168/1993, ο οποίος αποτελεί τη βασική «ομπρέλα» για κάθε μορφή οπλοκατοχής, οπλοφορίας και οπλοχρησίας. Ο νόμος έχει τροποποιηθεί αρκετές φορές, πιο πρόσφατα με τον Νόμο 4678/2020, που ενσωμάτωσε ευρωπαϊκές οδηγίες και αυστηροποίησε ορισμένες προβλέψεις για τα πυροβόλα όπλα.

Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, η κατοχή όπλου χωρίς άδεια από την αρμόδια αστυνομική αρχή θεωρείται ποινικό αδίκημα. Η άδεια κατοχής χορηγείται μόνο σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών και για ρητά καθορισμένους σκοπούς, όπως είναι η κυνηγετική δραστηριότητα, η σκοποβολή ή η συλλεκτική χρήση. Για την έκδοσή της απαιτούνται έλεγχοι ψυχικής υγείας, λευκό ποινικό μητρώο και αιτιολόγηση της ανάγκης κατοχής. Η διαδικασία ελέγχεται και ανανεώνεται περιοδικά από την αστυνομία.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η οπλοφορία, δηλαδή η μεταφορά ή η χρήση όπλου σε δημόσιους ή κοινόχρηστους χώρους, αποτελεί ξεχωριστή και αυστηρότερα ρυθμιζόμενη πράξη. Απαιτεί ειδική άδεια οπλοφορίας, η οποία χορηγείται μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις, όπως για λόγους ατομικής προστασίας, φύλαξης υψηλού κινδύνου ή επαγγελματικής ανάγκης (π.χ. χρηματαποστολές). Η αστυνομία εξετάζει κάθε αίτημα ξεχωριστά, λαμβάνοντας υπόψη το προφίλ, το επάγγελμα και τον κίνδυνο που επικαλείται ο αιτών.

Η οπλοχρησία, δηλαδή η χρήση όπλου για απειλή, τραυματισμό ή ακόμη και για άσκοπη ρίψη πυροβολισμών, τιμωρείται με πρόσθετες ποινές πέραν των υπολοίπων αδικημάτων. Ο νόμος προβλέπει ότι όποιος κάνει χρήση όπλου και τελεί έγκλημα από δόλο ή αμέλεια τιμωρείται με επιπλέον ποινή φυλάκισης, ακόμη κι αν το αδίκημα δεν είχε θανατηφόρο αποτέλεσμα. Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και η ρίψη «μπαλωθιών» —που συχνά αντιμετωπίζεται με ανοχή σε κοινωνικό επίπεδο— συνιστά παραβίαση του νόμου και επισύρει κυρώσεις.

Για τα κυνηγετικά όπλα, η κατοχή και μεταφορά ρυθμίζονται από πρόσθετες δασικές και θηραματολογικές διατάξεις. Επιτρέπεται η μεταφορά τους μόνο μέσα σε ειδικές θήκες και εντός καθορισμένης κυνηγετικής περιόδου. Οποιαδήποτε παραβίαση αυτών των όρων —όπως η μεταφορά όπλου εκτός επιτρεπόμενης περιόδου ή η χρήση του για άλλους σκοπούς— συνιστά αδίκημα και συνεπάγεται την κατάσχεση του όπλου και την ανάκληση της άδειας.

Οι ποινές για παραβάσεις του νόμου είναι ιδιαίτερα αυστηρές. Η παράνομη οπλοκατοχή μπορεί να οδηγήσει σε ποινή φυλάκισης που φτάνει έως και τα πέντε χρόνια, ενώ η παράνομη οπλοφορία ή οπλοχρησία αντιμετωπίζεται ως επιβαρυντική περίσταση σε περίπτωση διάπραξης εγκλήματος. Παράλληλα, τα όπλα κατάσχονται και καταστρέφονται, ενώ ο κάτοχος χάνει οριστικά το δικαίωμα κατοχής.

Ένα κρίσιμο σημείο που συχνά παρερμηνεύεται είναι ότι η άδεια κατοχής δεν συνεπάγεται και δικαίωμα οπλοφορίας. Το γεγονός ότι κάποιος διαθέτει νόμιμο κυνηγετικό ή σκοπευτικό όπλο δεν του επιτρέπει να το έχει μαζί του στην καθημερινότητα ή να το μεταφέρει χωρίς ειδική άδεια. Η διάκριση αυτή είναι ουσιώδης, αλλά σε ορισμένες περιοχές —όπως στην Κρήτη— συχνά παραβλέπεται, με αποτέλεσμα να θεωρείται «φυσιολογικό» κάποιος να κυκλοφορεί οπλισμένος.

Η νομοθεσία, επομένως, υπάρχει και είναι σαφής. Το πρόβλημα εντοπίζεται στην εφαρμογή της και στην κοινωνική ανοχή που εξακολουθεί να περιβάλλει την οπλοκατοχή και τη βεντέτα. Οι νόμοι προβλέπουν τα πάντα· αυτό που λείπει είναι η συνέπεια και η αποφασιστικότητα για να εφαρμοστούν στην πράξη — σε ένα νησί όπου το όπλο παραμένει, για πολλούς, σύμβολο και όχι απειλή.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ