Γιώργος Τσαγκαράκης: Σήμερα η απολογία για την απάτη με πλαστούς πίνακες, κοσμήματα και πολύτιμα αντικείμενα
Βαρύ το κατηγορητήριο για τον γνωστό γκαλερίστα

Απολογείται σήμερα Τρίτη 24/3 ενώπιον του ανακριτή ο γνωστός γκαλερίστας Γιώργος Τσαγκαράκης, ο οποίος είναι αντιμέτωπος με τέσσερα κακουργήματα και ένα πλημμέλημα.
Ειδικότερα, τα αδικήματα που τον βαραίνουν είναι :
-Υπεξαίρεση αρχαίου και νεότερων μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τελεσθείσα κατά επάγγελμα (κακούργημα).
-Παράβαση της υποχρέωσης δήλωσης μνημείου.
-Διακεκριμένη περίπτωση κατασκευής-έκθεσης διακίνησης-διάθεσης-κατοχής έργων τέχνης με σκοπό παραπλάνησης, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας τελεσθείσα, κατά επάγγελμα και σε εμπορική κλίμακα, κατ’ εξακολούθηση, (κακούργημα).
-Απάτη με ζημιά ιδιαίτερα μεγάλη, κατά εξακολούθηση (κακούργημα).
-Διακεκριμένη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, κατ’ εξακολούθηση τελεσθείσα, κατ’ επάγγελμα (κακούργημα).
Μαζί του απολογείται και μία υπάλληλος του για το αδίκημα της αποδοχής αρχαίου κινητού μνημείου, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που αποτελεί προϊόν εγκλήματος.
Ο Γιώργος Τσαγκαράκης συνελήφθη να έχει να βγάζει προς πώληση ένα Ιερό Ευαγγέλιο του 18ου αιώνα, ενώ στην κατοχή του είχε και πλαστούς πίνακες διάσημων ζωγράφων.
Την ίδια ώρα, οι καταγγελίες σε βάρος του πασίγνωστου εκτιμητή έργων τέχνης έχουν πάρει μορφή “χιονοστιβάδας“, ενώ οι έρευνες της Αστυνομίας συνεχίζονται με εντατικό ρυθμό.
Η διερεύνηση της υπόθεσης άρχισε στις 24 Φεβρουαρίου 2026, όταν οι αρμόδιες υπηρεσίες έλαβαν καταγγελία μέσω email. Σε αυτήν επισημαινόταν μια οργανωμένη και διαρκής προσπάθεια εξαπάτησης του φιλότεχνου κοινού, μέσα από δημοπρασίες που προβάλλονταν τόσο στην τηλεόραση όσο και στο διαδίκτυο. Το υλικό που συνόδευε την καταγγελία περιελάμβανε φωτογραφίες από στιγμιότυπα εκπομπών συγκεκριμένης γκαλερί, όπου παρουσιάζονταν πίνακες ως έργα γνωστών ζωγράφων, καθώς και συνδέσμους που οδηγούσαν σε αντίστοιχες αγγελίες πώλησης.
Η υπόθεση πήρε νέα τροπή στις 19 Μαρτίου, όταν οι Αρχές έλαβαν επιπλέον καταγγελίες, αυτή τη φορά από έναν Κύπριο βυζαντινολόγο και από τη Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών του υπουργείου Πολιτισμού. Στο επίκεντρο της έρευνας βρέθηκε ένα Ευαγγέλιο του 1745, το οποίο είχε παρουσιαστεί σε δημοπρασία με εκτιμώμενη αξία από 8.000 έως 12.000 ευρώ.
Σύμφωνα με τις πληροφορίες, για το συγκεκριμένο αντικείμενο φέρεται να είχε εκπονηθεί μελέτη με τη συμμετοχή ειδικών, η οποία κατέληγε στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για σπάνιο και ιδιαίτερα πολύτιμο συλλεκτικό τεκμήριο.
Ο Σταύρος Μπαλάσκας, αναλυτής αστυνομικών υποθέσεων μίλησε στο Mega για τον εν λόγω γκαλερίστα: «Απατεώνας; Αλαζόνας; Το χρήμα; Η λάμψη; Η τηλεόραση; Ξέφυγε; Η ουσία είναι ότι αυτός ο άνθρωπος πλέον κατηγορείται για κακουργηματικές διατάξεις του ποινικού κώδικα και πλέον το όνομά του δεν υπάρχει, έγινε φύλλο και φτερό. Και δεν είναι μόνο αυτά. Υπάρχει βροχή με καταγγελίες ιδιαιτέρως στη Γενική Αστυνομική Διεύθυνση Αττικής, μία γυναίκα είπε για έναν σταυρό, η κυρία Νταϊφά ένα εξέχον μέλος της ελληνικής κοινωνίας μίλησε για κλεμμένα. Μιλάμε ότι ο άνθρωπος πλέον κατηγορείται ακόμα και για το ότι κατείχε κλεμμένα είδη στα χέρια του και αυτό είναι και αυτό μια σοβαρή παράβαση. Μιλάμε ότι τελικά αποδεικνύεται ότι αυτός ο κύριος ήταν λαμόγιο».
«Πουλούσε έργο του Φασιανού που ήταν καταφανώς πλαστό»
Το πρωί της Τρίτης 24/3 μίλησε στο Mega ο δικηγόρος και νομικός σύμβουλος Εθνικής Πινακοθήκης, Γιώργος Οικονομόπουλος:
«Εγώ δεν παρακολουθώ τηλεόραση, τα μεσημεριανά δελτία και λοιπά, αλλά ήμουν άρρωστος τη μέρα εκείνη, είχα πυρετό και παρακολουθούσα διάφορα θέματα στην τηλεόραση. Και είδα τον συγκεκριμένο γκαλερίστα να δημοπρατεί μεταξύ άλλων και έργο του Φασιανού του Μυταρά και του Τσαρούχη. Επειδή ασχολούμαι 39 χρόνια με τον αντικείμενο και ήμουν ο δικηγόρος του Φασιανού επί 35 χρόνια, γνώριζα πολύ καλά τη δουλειά του. Και διεπίστωσα ότι το έργο του ήταν καταφανώς πλαστό. Μάλιστα πήρα και τηλέφωνο. Το κατάλαβα διότι τόσο το έργο, το τεχνοτροπικό του ιδίωμα ήταν κατ’ απομίμηση του δικού του καλλιτεχνικού ιδιώματος και η υπογραφή του ήταν και αυτή καταφανώς πλαστή».
Σύμφωνα με τον ίδιο, «σαφέστατα δεν το καταλαβαίνετε, γι’ αυτό ακριβώς και επωλείτο. Διότι είναι πάρα πολύ δύσκολο και μάλιστα από τηλεοράσεως να ανιχνευθεί η πλαστότητα. Εις επίρρωση τούτου, πήρα τηλέφωνο και την χήρα του ζωγράφου τη στιγμή εκείνη, την Μαρίζα Φασιανού, και της είπα να συντονιστεί και αυτή στο ίδιο κανάλι για να διαπιστώσει την πλαστότητα. Και την επιβεβαίωσε την πλαστότητα του έργου αυτού. Εν πάση περιπτώσει, πλαστά ήταν και άλλα. Το δημοπρατούσε για 4.500 ευρώ, νομίζω ότι το τελευταίο χτύπημα ήταν 3.400. Παρότρυνε τον υποψήφιο αγοραστή να προσφέρει 4.500 γιατί δεν μπορούσε, είπε, να το πουλήσει πιο κάτω, ήταν αξιόλογο έργο. Και ο αγοραστής δεν προσέφερε το ποσό αυτό και τελικά δεν πουλήθηκε το έργο. Το δημοπρατούσε ως γνήσιο έργο του Φασιανού, το οποίο έφερε τάχα την γνήσια υπογραφή του ζωγράφου. Το έργο λοιπόν ήταν καταφανώς πλαστό, και έφερε πλαστογραφημένη την υπογραφή του ζωγράφου, κατ’ απομίμηση της γνήσιας υπογραφής του».
Αναφορικά με την γνησιότητα των έργων και την αξία τους:
«Ένα γνήσιο έργο θα επωλείτο για 10.000 ευρώ. Το πωλούν στη μισή τιμή για να πουληθεί εύκολα. Ένα έργο αξίας 10.000, αν πουληθεί 10.000, θα υπάρξει και μία δυσκολία στην πώλησή του αφού όσο πιο ακριβό είναι το έργο λιγοστεύουν και οι αγοραστές. Αυτό έχει το προνόμιο το πλαστό. Ότι πωλείται σε ευκαιρία. Και οι άνθρωποι θέλγονται από την ευκαιρία. Νομίζουν ότι αγοράζουν ευκαιρία. Ευκαιρία όμως στην τέχνη δεν υπάρχει γιατί το γνήσιο έργο, θα βρει οπωσδήποτε αγοραστή. Διότι τα γνήσια έργα είναι numerus clausus, δηλαδή κλειστός αριθμός. Έχουν γίνει δύο, τρία, τρεις, τέσσερις χιλιάδες έργα από έναν καλλιτέχνη, και τα έργα αυτά έχουν εξαντληθεί. Είτε στη διάρκεια της ζωής του είτε και λίγο μετά θάνατον. Τις περισσότερες περιπτώσεις πλαστογραφίας τις αντιλαμβάνομαι από το τίμημα της αγοράς τους. Όταν δηλαδή ερχόντουσαν διάφοροι αγοραστές πλαστών έργων στο γραφείο μου και μου έλεγαν την τιμή, λόγου χάρη έναν Παρθένη, ο οποίος θα ήταν αξίας ως γνήσιος 100.000 ευρώ, αυτοί μου έλεγαν τον πήραν 35. Και τους έλεγα ότι είναι πλαστό και διαπορούσαν, χωρίς να γίνει οποιαδήποτε έρευνα. Μετά κάναμε την έρευνα για να πιστοποιηθεί η πλαστότητα. Διαπορούσαν πώς το κατάλαβα. Διότι γνώριζα και γνωρίζω πολύ καλά ότι όταν κάποιος έχει έναν γνήσιο Παρθένη αξίας 100.000 ευρώ, θα επιδιώξει και θα εισπράξει την αξία του έργου που είναι 100.000 ευρώ».
Όπως σημείωσε ο κ. Οικονομόπουλος, «πρόσφατα, ψηφίστηκε ένας νόμος στη Βουλή, η ισχύς του οποίου άρχισε στις 30 Ιανουαρίου του ’26 – είναι ο νόμος 5271 του ’26 – και ο οποίος είναι πράγματι αυστηρός, θα έλεγα αδυσώπητος. Διότι πλέον δεν τιμωρεί μόνο τη χρηματοοικονομική ζημία ενός έργου τέχνης. Δεν τιμωρεί δηλαδή την αγορά του έργου, όταν κάποιος χάσει τα χρήματά του. Τιμωρεί και την απλή έκθεση, διακίνηση, διάθεση, κατοχή, αποδοχή της κατοχής του έργου τέχνης. Δηλαδή ο κάτοχος πλέον, εκ μόνο του λόγου ότι κατέχει πλαστό έργο, και αυτός το κάνει με σκοπό παραπλάνησης, πλέον διώκεται. Έχω ακούσει πολλές αβασιμότητες. Από τη στιγμή που κάποιος κατέχει πλαστό έργο τέχνης και προκύπτει ότι έχει σκοπό παραπλάνησης, και ο σκοπός παραπλάνησης είναι υπερχειλής, δηλαδή εδώ αρκεί και ο ενδεχόμενος δόλος, δηλαδή θεωρεί ότι είναι ενδεχόμενο να είναι πλαστό και το αποδέχεται, αυτός που κατέχει το πλαστό έργο πλέον έχει ποινική ευθύνη»,
«Πηγαίνει για πλημμέλημα και αν υπάρχουν επιβαρυντικές περιστάσεις, αν δηλαδή το κάνει κατ’ επάγγελμα, σε εμπορική κλίμακα, για κακούργημα. Στην προκειμένη περίπτωση έχουμε 320 έργα. Λοιπόν, 320 έργα σημαίνει ότι η πράξη έχει τελεστεί σε εμπορική κλίμακα. Τέλεσε το αδίκημα κατ’ επάγγελμα ή κατά συνήθεια και μάλιστα μέσα στο πλαίσιο της άσκησης του επαγγέλματός του. Διότι δεν πρέπει να λησμονείται ότι ο συγκεκριμένος είναι έμπορος. Είναι η δουλειά του. Πάρα πολλοί ισχυρίζονται ότι ο άνθρωπος αυτός τα είχε στα χέρια του και δεν γνώριζε. Είναι σαν να μου λέτε ότι πάτε σε ένα κοσμηματοπωλείο των Αθηνών, επιλέγετε και αγοράζετε ένα κόσμημα, ένα δαχτυλίδι, και τελικά αυτό είναι τσίγκος. Είναι δυνατόν να ισχυριστεί κάποιος ότι ο κοσμηματοπώλης δεν γνώριζε ότι είναι τσίγκος;» πρόσθεσε ακόμα.
Όσον αφορά στο επίμαχο Ευαγγέλιο, είπε ότι «το Ευαγγέλιο είναι μνημείο. Και επομένως ως μνημείο υπάγεται στις διατάξεις του νόμου 4858 του ’21, και έχει ειδικό καθεστώς. Δεν είναι σύγχρονα έργα τέχνης όπως σας ανέφερα προηγουμένως. Είναι μνημείο και έχει ειδική προστασία εμπίπτει στο άρθρο 20 παράγραφος Β του νόμου περί πολιτιστικής κληρονομιάς. Είναι δηλαδή μνημείο μετά το 1453 και έως το 1830. Και έχει ειδική προστασία. Η διαπίστωση ενός έργου τέχνης γίνεται από Ιστορικούς της Τέχνης με μία συγκεκριμένη μεθοδολογία. Δεν έχει καμία σχέση με τη διαπίστωση της πλαστότητας ενός νομίσματος. Η μεθοδολογία που ακολουθείται εκεί και ο κώδικας και το πρωτόκολλο είναι εντελώς διαφορετικό. Το έργο τέχνης έχει άλλο πρωτόκολλο. Γίνεται η ανίχνευσή του από Ιστορικό της Τέχνης, με ιστορική τεχνοτροπική ανάλυση, με σύγκριση με άλλα έργα, και με φυσικοχημική έρευνα πάνω σ’ αυτό. Εδώ τα συγκεκριμένα έργα ήταν εξόχως πλαστά».
Ακολούθησε το debater.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις






