Η ανάλυση του CNN για τον πόλεμο στο Ιράν – “Δύο μήνες μετά όλοι είναι χαμένοι”
Ο ιρανικός λαός υποφέρει, ο Λίβανος γίνεται νέα Γάζα, παγκόσμια οικονομία βυθίζεται και ο Τραμπ χάνει δημοτικότητα στις ΗΠΑ
Δύο μήνες έχουν περάσει από την έναρξη των πολεμικών συγκρούσεων στην Μέση Ανατολή ανάμεσα σε ΗΠΑ – Ισραήλ και Ιράν και παρά την εκεχειρία, κανείς δεν γνωρίζει πότε και αν θα υπάρξει αποκλιμάκωση καθώς οι διπλωματικές ζυμώσεις συνεχίζονται στο παρασκήνιο.
Ο Ντόναλντ Τραμπ υποσχέθηκε μία γρήγορη έξοδο από την σύγκρουση στην έναρξη του πολέμου όμως αυτή η προοπτική δεν διαφαίνεται προκαλώντας μία πολυεπίπεδη κρίση σε όλο τον κόσμο.
Η πραγματικότητα που διαμορφώνεται δύο μήνες μετά είναι διαφορετική: οι εχθροπραξίες έχουν μεν περιοριστεί, αλλά μια οριστική λύση δεν διαφαίνεται, ενώ οι επιπτώσεις απλώνονται σε ολόκληρο τον κόσμο, σύμφωνα με ανάλυση του CNN.
Όπως επισημαίνει στο αμερικανικό δίκτυο η αναλύτρια του Brookings Institution Μέλανι Σίσον, «δεν υπάρχουν πραγματικοί νικητές από τον πόλεμο, αλλά υπάρχουν ορισμένες χώρες που είναι συγκριτικά καλύτερα τοποθετημένες για να διαχειριστούν τις συνέπειές του».
Οι μεγάλοι χαμένοι του πολέμου: Ο ιρανικός λαός στο επίκεντρο της καταστροφής
Σε κάθε σύγκρουση το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στους πολίτες και το Ιράν αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Οι αεροπορικές επιδρομές από τις ΗΠΑ και το Ισραήλ έχουν πλήξει χιλιάδες στόχους, συμπεριλαμβανομένων και πολιτικών υποδομών, προκαλώντας χιλιάδες θανάτους. Την ίδια στιγμή το εσωτερικό μέτωπο γίνεται ολοένα πιο ασφυκτικό.
Το ιρανικό καθεστώς υπό τη νέα ηγεσία του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ έχει εντείνει την καταστολή στέλνοντας σαφές μήνυμα μηδενικής ανοχής στους αντιφρονούντες. Μαζικές εκτελέσεις, καταστολή διαδηλώσεων και παρατεταμένη διακοπή του διαδικτύου συνθέτουν ένα σκηνικό βαθιάς κρίσης στο Ιράν.
Παράλληλα, η ιρανική οικονομία -συνεπικουρούντος του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού – έχει δεχθεί ισχυρό πλήγμα, με αύξηση της ανεργίας και της φτώχειας, επιδεινώνοντας περαιτέρω την καθημερινότητα των πολιτών.
Ο Λίβανος γίνεται νέα Γάζα
Ο Λίβανος, εγκλωβισμένος για δεκαετίες στη σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και της υποστηριζόμενης από το Ιράν Χεζμπολάχ, βιώνει μια νέα κλιμάκωση. Μετά την κατάρρευση της εύθραυστης εκεχειρίας, οι συγκρούσεις έχουν οδηγήσει σε χιλιάδες θανάτους και εκτεταμένες καταστροφές.
Αναλύσεις δορυφορικών εικόνων δείχνουν ότι το Ισραήλ εφαρμόζει στρατηγική εκτεταμένων καταστροφών, παρόμοια με αυτή που είχε χρησιμοποιήσει στη Λωρίδα της Γάζας με ολόκληρα χωριά να ισοπεδώνονται. Περισσότεροι από μισό εκατομμύριο άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί, ενώ η επιστροφή τους παραμένει αβέβαιη
Την ίδια στιγμή, οι χώρες του Περσικού Κόλπου, παρά τις προσπάθειες να αποφύγουν την εμπλοκή στη σύγκρουση ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν, βρίσκονται πλέον στο επίκεντρο των εξελίξεων. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν δεχθεί επανειλημμένες επιθέσεις, γεγονός που απειλεί τον ρόλο τους ως διεθνούς επιχειρηματικού και τουριστικού κόμβου.
Ταυτόχρονα, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ από το Ιράν έχει πλήξει καίρια οικονομίες όπως το Κατάρ, το Κουβέιτ και το Ιράκ, που εξαρτώνται από τη θαλάσσια αυτή δίοδο για τις εξαγωγές τους.
Το αρνητικό κλίμα στις ΗΠΑ
Ο πόλεμος τιμωρεί τους Αμερικανούς και τα πορτοφόλια τους. Ήδη πληρώνουν περισσότερα για βενζίνη και αεροπορικά εισιτήρια, καθώς και για ορισμένες υπηρεσίες, ενώ περισσότερες επιχειρήσεις αρχίζουν να προσθέτουν επίναυλο καυσίμων στις τιμές τους. Ο ετήσιος πληθωρισμός αυξήθηκε στο 3,3% τον Μάρτιο, από 2,4% τον Φεβρουάριο.
«Δεν υπάρχει λεπτός τρόπος να το πούμε: η κατάσταση για τις Ηνωμένες Πολιτείες αυτή τη στιγμή δεν είναι καλή», δήλωσε ο Sisson. «Η οικονομία των ΗΠΑ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο για τη μεταφορά ανθρώπων και αγαθών και δεν επενδύεται επαρκώς σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας».
Οικονομίες πιέζονται σε όλο τον κόσμο
Οι καταναλωτές σε όλο τον κόσμο ήδη πιέζονται από τις επιπτώσεις του πολέμου. Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα δεινή στην Ασία, όπου πολλές χώρες εξαρτώνται από τις εισαγωγές πετρελαίου και άλλων πετροχημικών προϊόντων που χρησιμοποιούνται στη μεταποίηση.
Οι άνθρωποι στη Λατινική Αμερική αγωνίζονται να αντιμετωπίσουν τις υψηλότερες τιμές της ενέργειας και των τροφίμων. Η κρίση ασκεί πιέσεις στις ήδη προβληματικές οικονομίες σε όλη την Αφρική.
Την ίδια στιγμή, υπάρχουν προειδοποιήσεις για ένα «σοβαρό σοκ» από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Πριν από τον πόλεμο, ο παγκόσμιος πληθωρισμός αναμενόταν να επιβραδυνθεί στο 3,8% φέτος από 4,1% πέρυσι, σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Τώρα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναμένει αύξηση των τιμών κατά 4,4%.
Το ΔΝΤ μείωσε επίσης την πρόβλεψή του για την οικονομική ανάπτυξη νωρίτερα αυτόν τον μήνα, λέγοντας ότι τώρα αναμένει ότι η παγκόσμια οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 3,1% φέτος, σε σύγκριση με το 3,3% που είχε προβλέψει τον Ιανουάριο.
Το Ταμείο έχει προειδοποιήσει ότι οι φτωχότερες χώρες θα πληγούν περισσότερο, εν μέρει λόγω της απότομης αύξησης των τιμών των λιπασμάτων. Οι άνθρωποι σε αυτές τις χώρες εξαρτώνται περισσότερο από τη γεωργία και ξοδεύουν μεγαλύτερο ποσοστό του συνολικού εισοδήματός τους σε τρόφιμα.
Το ρίσκο Τραμπ που δεν απέδωσε
Ο Ντόναλντ Τραμπ πήρε ένα τεράστιο ρίσκο. Δεν έχει ακόμη αποδώσει καρπούς. Υποσχέθηκε έναν σύντομο πόλεμο με στόχο τον τερματισμό των ιρανικών πυρηνικών και πυραυλικών απειλών – και ακόμη και την πιθανή ανατροπή του ίδιου του καθεστώτος. Αλλά αυτοί οι στόχοι δεν έχουν ακόμη επιτευχθεί και ο τερματισμός της σύγκρουσης παραμένει ασαφής.
«Πολιτικά, οι τιμές των καυσίμων είναι ήδη υψηλές και συνεχίζουν να αυξάνονται, κάτι που δεν βοηθά την κυβέρνηση Τραμπ. Διπλωματικά, ο Τραμπ φαίνεται αδύναμος», τονίζει η Σίσον. Και προσθέτει ότι ο Ρεπουμπλικανός πρόεδρος «φαίνεται πλέον να κατανοεί ότι η επανέναρξη των εχθροπραξιών θα έχει μεγάλο κόστος για τις ΗΠΑ χωρίς να εγγυάται τα επιθυμητά αποτελέσματα».
Για το Ισραήλ η σύγκρουση είχε αρχικά στρατηγικά οφέλη, καθώς κατάφερε να πλήξει σημαντικά τη στρατιωτική ισχύ του Ιράν. Ο πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Νετανιάχου δήλωσε ότι σκοπεύει να «αλλάξει το πρόσωπο της Μέσης Ανατολής» και ότι «δρα σε πλήρη συνεργασία» με τις ΗΠΑ.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατη. Η κοινή γνώμη στο Ισραήλ εμφανίζεται επιφυλακτική ως προς την έκβαση του πολέμου, ενώ η διεθνής εικόνα της χώρας έχει επιδεινωθεί.
Ταυτόχρονα, οι στόχοι του Ισραήλ δεν φαίνεται να έχουν επιτευχθεί έως τώρα. Παρά τις σημαντικές απώλειες, συμπεριλαμβανομένης της ηγεσίας του, το ιρανικό καθεστώς παραμένει στην εξουσία. Μάλιστα, φαίνεται πιο σκληρό και πιο διατεθειμένο για σύγκρουση, αναφέρει το CNN.
«Έριξαν τα ζάρια και, ως αποτέλεσμα αυτής της ριψοκίνδυνης κίνησης, απέδειξαν ότι έχουν de facto έλεγχο στα Στενά του Ορμούζ, κάτι που έχει σημαντικές επιπτώσεις για το μέλλον της περιοχής και της παγκόσμιας οικονομίας», υπογραμμίζει η Μόνα Γιακουμπιάν, διευθύντρια του προγράμματος Μέσης Ανατολής στο CSIS.
Ποιοι κερδίζουν από την σύγκρουση
Η Κίνα, ο μεγαλύτερος εισαγωγέας ενέργειας στον κόσμο, βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στο πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής. Ωστόσο, οι ειδικοί λένε ότι το Πεκίνο μπορεί να βγει από αυτή τη σύγκρουση σε ισχυρότερη θέση.
Η Κίνα έχει ανταπεξέλθει σχετικά καλά στην πετρελαϊκή κρίση. Την τελευταία δεκαετία έχει συσσωρεύσει τεράστια αποθέματα πετρελαίου, διαφοροποιώντας τις πηγές εισαγωγών της και επιταχύνοντας τη στροφή προς την ηλεκτρική ενέργεια, η οποία τροφοδοτείται από εγχώριες πηγές ενέργειας, συμπεριλαμβανομένου του άνθρακα και των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Αυτό βοηθά τη χώρα να αντέξει την πίεση των υψηλών τιμών του πετρελαίου. Θα μπορούσε επίσης να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ζήτηση για ηλιακούς συλλέκτες και ανεμογεννήτριες της Κίνας στο μέλλον, καθώς αναμένεται να αυξηθεί η ζήτηση για ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Υπάρχει επίσης και μια διπλωματική οπτική γωνία. Η Κίνα μπορεί επίσης να επωφεληθεί από τη ζημιά που έχει επιβάλει ο πόλεμος στις ΗΠΑ στη φήμη της, δήλωσε η Γιακουμπιάν.
Την ίδια στιγμή, η επιχειρηματικότητα στις αγορές ενέργειας ανθίζει. Ενώ οι ραγδαίες τιμές του πετρελαίου κάνουν τη ζωή πολύ πιο ακριβή για τους ανθρώπους σε όλο τον κόσμο, οι εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου επωφελούνται.
Οι Chevron, Shell, BP, ConocoPhillips, Exxon και TotalEnergies καταγράφουν τεράστια κέρδη λόγω των υψηλών τιμών του πετρελαίου και των άγριων διακυμάνσεων. Σύμφωνα με νέα έκθεση της Oxfam, οι έξι εταιρείες προβλέπεται να αποκομίσουν κέρδη 94 δισεκατομμυρίων δολαρίων φέτος.
Οι υψηλές τιμές ενέργειας έχουν οδηγήσει σε αυξημένα κέρδη για τις μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες, ενώ και η Ρωσία επωφελείται από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου και των λιπασμάτων.
Ωστόσο, τα οφέλη αυτά συνοδεύονται από αβεβαιότητα, καθώς οι γεωπολιτικές εξελίξεις μπορεί να αλλάξουν γρήγορα τα δεδομένα.
πηγή στην Google
Ακολούθησε το debater.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις