
Την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ εξήγγειλε το πρωί της Πέμπτης 26/3 ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά την εισαγωγική του τοποθέτηση στο υπουργικό συμβούλιο.
Η νέα αύξηση, η έκτη κατά σειρά από το 2019, κατά 40 ευρώ τον μήνα στον κατώτατο μισθό θα τεθεί σε ισχύ από την 1η Απριλίου και θα επηρεάσει τις αποδοχές και τα επιδόματα εργαζομένων τόσο στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα.
Ειδικότερα, αφορά περίπου 575.000 εργαζομένους στον ιδιωτικό τομέα, ενώ συμπαρασύρει ανοδικά τριετίες, κλιμάκια στο Δημόσιο και επιδόματα.
Ο νέος κατώτατος μισθός λειτουργεί επίσης ως βάση για τον εισαγωγικό μισθό στο Δημόσιο, γεγονός που σημαίνει αυξήσεις για περίπου 750.000 δημοσίους υπαλλήλους και λειτουργούς, συμπεριλαμβανομένων ένστολων, γιατρών του ΕΣΥ, πανεπιστημιακών και δικαστικών.
Η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού επαναφέρει στο προσκήνιο μια διαχρονική συζήτηση, το αν και κατά πόσο τέτοιες παρεμβάσεις βελτιώνουν ουσιαστικά την καθημερινότητα των εργαζομένων και ενισχύουν την οικονομία συνολικά.
Σε μια περίοδο που το κόστος ζωής παραμένει στα ύψη, ακόμη και μια τέτοια αύξηση μπορεί να προσφέρει μια μικρή αλλά ουσιαστική ανακούφιση. Επίσης, η αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος ενδέχεται να τονώσει την κατανάλωση, με θετικές επιπτώσεις για την οικονομική δραστηριότητα.
Βέβαια, πολλοί θεωρούν ότι οι αυξήσεις αυτές δεν επαρκούν για να καλύψουν τις πραγματικές ανάγκες σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.
Τι λένε οι εργοδότες για τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού
Από την πλευρά τους, οι εργοδότες εμφανίζονται επιφυλακτικοί και κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, ώστε η αύξηση των μισθών να μην υπονομεύσει περαιτέρω την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων.
Οπως επισημαίνει χαρακτηριστικά ο Βασίλης Κορκίδης, πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς (ΕΒΕΠ), «η αύξηση του κατώτατου μισθού στην Ελλάδα δεν είναι απλώς “λίγα ευρώ παραπάνω”. Έχει πολλαπλές θετικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις που επηρεάζουν εργαζόμενους, επιχειρήσεις και, συνολικά, την οικονομία. Στην πράξη σημαίνει άμεση αύξηση του καθαρού εισοδήματος για πάνω από 575.000 εργαζόμενους ή το 23% των απασχολούμενων στον ιδιωτικό τομέα που αμείβονται με κατώτατο μισθό. Σημαίνει περισσότερα “χρήματα στην τσέπη” και ενίσχυση των όρων της αγοραστικής δύναμης PPS, ιδίως στα χαμηλά εισοδήματα, σε συνδυασμό και με τη μειωμένη φορολογία».
«Ωστόσο», υπογραμμίζει ο κ. Κορκίδης, «χρειάζεται ισορροπία για να μη χαθεί η ανταγωνιστικότητα».
Σε αυτή την κατεύθυνση, σημειώνει ότι «οι προτάσεις των κοινωνικών εταίρων πρέπει να κινούνται με γνώμονα το κόστος εργασίας για τις επιχειρήσεις και, ιδιαίτερα, τις μικρές, καθώς και τους κλάδους χαμηλής παραγωγικότητας προς αποφυγή των αρνητικών επιπτώσεων από την αύξηση του “μοναδιαίου κόστους εργασίας” και των πληθωριστικών πιέσεων. Ο στρατηγικός στόχος της διετίας 2026-2027, παρά τις αντίξοες συνθήκες που αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική επιχειρηματικότητα, είναι η σταδιακή σύγκλιση με τα ευρωπαϊκά επίπεδα.
Σύμφωνα με το ΕΒΕΠ, η αύξηση του κατώτατου μισθού προσθέτει ετησίως πάνω από μισό δισ. ευρώ στη μισθοδοσία του ιδιωτικού τομέα.
Ο Βασίλης Κορκίδης, τονίζει πως ουσιαστικά, παρά το μεγαλύτερο κόστος για τις επιχειρήσεις, η αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει μεγαλύτερο διαθέσιμο εισόδημα για εργαζόμενους, μείωση των ανισοτήτων αμοιβών, τόνωση της κατανάλωσης, στήριξη της ανάπτυξης και συνολικά της οικονομίας.
Στο διά ταύτα «η αύξηση του κατώτατου μισθού σημαίνει άμεσα, περισσότερα χρήματα από τις επιχειρήσεις στους εργαζομένους τους και έμμεσα, σημαίνει “αυτοχρηματοδότηση” της αγοράς», καταλήγει.
Υπέρ της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού και κάθε ενίσχυσης του εισοδήματος των εργαζομένων δηλώνει ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου.
Κάνει λόγο για «σωστή κίνηση από την πλευρά της κυβέρνησης καθώς για να μπορέσουν οι πολίτες να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες υποχρεώσεις τους αλλά και για να κινηθεί η αγορά, απαιτείται να έχουν διαθέσιμο εισόδημα. Στόχος πρέπει να είναι το εισόδημα των Ελλήνων εργαζομένων να προσεγγίζει αυτό των Ευρωπαίων. Οι εργαζόμενοι είναι και καταναλωτές, κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε».
;Oμως, προσθέτει, την ίδια στιγμή αυτή η αύξηση αποτελεί «μια εξέλιξη που επιβαρύνει εκ νέου τις επιχειρήσεις». Υπό αυτό το πρίσμα «πρέπει να προστεθούν μέτρα για την τόνωση της επιχειρηματικότητας -κυρίως της μεσαίας- έτσι ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν και οι επιχειρήσεις στη νέα πραγματικότητα», τονίζει ο ίδιος.
Οπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «όταν παραμένουν υποχρεώσεις όπως η προκαταβολή φόρου, το τέλος επιτηδεύματος, το υψηλό μη μισθολογικό κόστος, οι συνεχείς αυξήσεις στους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος και φυσικού αερίου, τα ακριβά ενοίκια, χρειάζεται ένα αντιστάθμισμα για να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη λειτουργία τους οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις της χώρας. Δεν είναι δυνατόν να υπάρχει συνεχής επιβάρυνση των μικρομεσαίων, ειδικά σε μία χρονική στιγμή που οι οικονομικές συνέπειες του πολέμου στη Μέση Ανατολή πλήττουν βάναυσα το εισόδημα των νοικοκυριών και μειώνουν την κατανάλωση».
Προσθέτει ότι «θέλω να πιστεύω ότι η κυβέρνηση έχει υπολογίσει αυτόν τον παράγοντα και αναμένω να ληφθούν στοχευμένα μέτρα για την ενίσχυση του επιχειρείν και τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων»
Τέλος, σημειώνει πως η όποια μεταβολή στον κατώτατο μισθό και γενικά στις αποδοχές των εργαζομένων θα πρέπει να είναι αποτέλεσμα του διαλόγου μεταξύ των εργοδοτικών οργανώσεων και των συνδικαλιστικών εκπροσώπων, χωρίς να εμπλέκεται η κυβέρνηση. «Έχουμε αποδείξει και στο παρελθόν ότι με καλή θέληση μπορεί να βρεθεί κοινός τόπος, χωρίς ενδιάμεσους», καταλήγει.
Στο ίδιο πνεύμα και ο πρόεδρος της ΕΣΕΕ, Σταύρος Καφούνης, επισημαίνει στο πρώτο σχόλιό του μετά τις κυβερνητικές ανακοινώσεις ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού κινείται στη σωστή κατεύθυνση. «Όμως», προσθέτει με έμφαση, «χρειάζονται ρυθμίσεις για μείωση του μη μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων υπό την παρούσα δύσκολη συγκυρία».
Συγκεκριμένα, όπως δήλωσε ο κ. Καφούνης, «η κυβερνητική απόφαση για αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ κινείται στη σωστή κατεύθυνση, καθώς καλύπτει πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων και μέρος της αναμένεται να κατευθυνθεί στην εγχώρια κατανάλωση. Για την αντιστάθμιση όμως της νέας επιβάρυνσης σε μία δύσκολη όπως εξελίσσεται χρονιά, οι επιχειρήσεις αναμένουν ρυθμίσεις για περαιτέρω μείωση του μη μισθολογικού κόστους, ελαφρύνσεις φορολογικών και ασφαλιστικών βαρών αλλά και αποσύνδεση του εμπορίου, του πλέον διασυνδεδεμένου με τη φορολογική διοίκηση κλάδου, από τον τεκμαρτό τρόπο φορολόγησης.».
Κλείνοντας, επισημαίνει: «Στόχος της ΕΣΕΕ και σταθερή επιδίωξη του εμπορικού κόσμου είναι ένα πλαίσιο αναπτυξιακών κινήτρων για μια ισχυρή, παραγωγική οικονομία που θα μπορεί να αμείβει σωστά τους εργαζόμενους της και να δημιουργεί νέες ποιοτικές θέσεις εργασίας».
Πείτε μας τη γνώμη σας
Το DEBATER για ακόμα μια φορά ζητά τη γνώμη σας: Πώς κρίνετε την αύξηση του κατώτατου μισθού στα 920 ευρώ;
Ακολούθησε το debater.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις







