Πώς αναθεωρείται το Σύνταγμα; Ο καθηγητής Ανδρέας Δημητρόπουλος περιγράφει τη διαδικασία

"Η αναθεώρηση, αν δεν είναι απολύτως αναγκαία, ορθότερο είναι να αποφεύγεται"

Πώς αναθεωρείται το Σύνταγμα; Ο καθηγητής Ανδρέας Δημητρόπουλος περιγράφει τη διαδικασία
ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΥΤΡΑ/TOKLIK.GR/EUROKINISSI

Άνοιξε και επίσημα η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, με πρωτοβουλία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, ο οποίος προχώρησε το πρωί της Δευτέρας 2/2 σε ανακοινώσεις μέσω τηλεοπτικού μηνύματος.

Σύμφωνα με τον ίδιο, πρόθεσή του είναι αυτή η αναθεώρηση να είναι γενναία και τολμηρή και αναφέρθηκε στις εξής σημαντικές αλλαγές:

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

-μια και μόνο εξαετή θητεία για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας,

-την αλλαγή του άρθρου 86 περι ευθύνης υπουργών,

-την αλλαγή του άρθρου 16 για την ίδρυση μη κρατικών ΑΕΙ

-την αλλαγή στον τρόπο εκλογής της ηγεσίας της δικαιοσύνης.

Παράλληλα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έστειλε επιστολή στους βουλευτές της ΝΔ, από τους οποίους ζητεί τις δικές τους θέσεις ώστε να διαμορφωθεί η τελική πρόταση της κυβερνητικής πλειοψηφίας τον Μάρτιο και να αρχίσει η κοινοβουλευτική διαδικασία για τη Συνταγματική Αναθεώρηση τον Απρίλιο.

Σε αυτή την επιστολή, έθιξε και ένα ακόμα κομβικό θέμα που αφορά τη μονιμότητα των Δημοσίων Υπαλλήλων, σε μια νέα βάση και με διαρκή αξιολόγηση.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Η διαδικασία για τη Συνταγματική Αναθεώρηση

Το DEBATER επικοινώνησε με τον ομότιμο καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου της Νομικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Ανδρέα Δημητρόπουλο, για να μας αναλύσει τη διαδικασία που απαιτείται για να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα:

“Σύμφωνα με το γενικό κανόνα, είναι δυνατή η αναθεώρηση όλων συνταγματικών διατάξεων, εκτός από τις οριζόμενες στην § 1 του άρθρου 110, δηλαδή τις διατάξεις που ορίζουν την βάση και την μορφή του πολιτεύματος ως πεοεδρευόμενης κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας και τις αναfερόμενες σε ορισμένα θεμελιώδη δικαιώματα.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο συντακτικός νομοθέτης θέτει πάντως ένα χρονικό περιορισμό. Δεν επιτρέπεται αναθεώρηση του Συντάγματος πριν περάσει πενταετία από την περάτωση της προηγούμενης.

Η όλη διαδικασία διακρίνεται σε δύο φάσεις. Η πρώτη είναι η φάση της απόφασης για την αναγκαιότητα της αναθεώρησης και η δεύτερη η φάση της διενέργειας της αναθεώρησης. Οι δύο φάσεις της αναθεώρησης διενεργούνται σε δύο διαφορετικές βουλευτικές περιόδους.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Α΄Ο συντακτικός νομοθέτης απαιτεί καταρχήν τη διαπίστωση της ανάγκης αναθεώρησης του Συντάγματος. Η αναθεώρηση του Συντάγματος αποτελεί ιδιαίτερα σοβαρή υπόθεση και δεν πρέπει ασφαλώς να αντιμετωπίζεται σαν μια απλή «τροποποίηση νόμου».

Η αναθεώρηση, αν δεν είναι απολύτως αναγκαία, ορθότερο είναι να αποφεύγεται. Οποιοδήποτε Σύνταγμα μπορεί πάντοτε να γίνει καλύτερο. Έχει όμως πολύ μεγάλη σημασία όχι μόνον η «καλή διατύπωση», αλλά κυρίως η καλή εφαρμογή του Συντάγματος.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Τα Συντάγματα από τη φύση του περιεχομένου τους περιλαμβάνουν διατάξεις πολύ γενικού περιεχομένου. Η γενικότητα αυτή, η οποία μπορεί να λειτουργήσει και ως μειονέκτημα, έχει το πλεονέκτημα ότι επιτρέπει τη διαμόρφωση και εξέλιξη του περιεχομένου της διάταξης.

Η αναθεώρηση του Συντάγματος καθίσταται επιτακτική, όταν υπάρχει ανάγκη καθιέρωσης νέων συνταγματικών θεσμών ή τροποποίησης των ήδη προβλεπομένων.

Σύμφωνα με τη συνταγματική ρύθμιση, προηγείται ιδιαίτερο διαδικαστικό στάδιο, κατά το οποίο πρέπει να διαπιστωθεί η αναγκαιότητα αναθεώρησης.

Το στάδιο αυτό περιλαμβάνει την υποβολή των αναθεωρητικών προτάσεων, τη σύσταση επιτροπής αναθεώρησης και τη λήψη απόφασης για την αναγκαιότητα της αναθεώρησης.

α) Οι προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος υποβάλλονται γραπτώς στη Βουλή από πενήντα τουλάχιστον βουλευτές και συνοδεύονται από αιτιολογική έκθεση (άρθρ. 119 § 1 ΚΒ). Μετά την υποβολή τους οι προτάσεις για την αναθεώρηση του Συντάγματος ανακοινώνονται στη Βουλή, τυπώνονται και διανέμονται στους Βουλευτές.

β) Ο πρόεδρος της Βουλής συνιστά Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, στην οποία παραπέμπονται για εξέταση οι προτάσεις αναθεώρησης που έχουν υποβληθεί και με απόφαση της Βουλής τίθεται προθεσμία για την υποβολή σχετικής έκθεσης.

γ) Μετά την υποβολή ή την πάροδο της προθεσμίας για την υποβολή της έκθεσης της επιτροπής για την αναθεώρηση του Συντάγματος οι σχετικές προτάσεις εγγράφονται σε ειδική ημερήσια διάταξη και συzητούνται από την ολομέλεια της Βουλής.

Η συζήτηση αναφέρεται αποκλειστικά στην ανάγκη της αναθεώρησης και στις αναθεωρήσιμες διατάξεις.

Η απόφαση της Βουλής, που διαπιστώνει την ανάγκη αναθεώρησης του Συντάγματος και καθορίζει ειδικά τις αναθεωρήσιμες διατάξεις, λαμβάνεται με δύο ονομαστικές ψηφοφορίες, που απέχουν μεταξύ τους έναν τουλάχιστον μήνα.

Η δεύτερη ψηφοφορία αφορά τις ίδιες διατάξεις που εγκρίθηκαν κατά την πρώτη ψηφοφορία. Καθεμιά από τις ονομαστικές ψηφοφορίες διεξάγεται μετά την ολοκλήρωση της συζήτησης και για όλες τις αναθεωρητέες διατάξεις ταυτόχρονα με σημείωση της ψήφου των βουλευτών χωριστά για κάθε διάταξη.

Η λήψη απόφασης είναι δυνατή είτε με την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, είτε με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του συνόλου. Από τον αριθμό των ψήφων που συγκεντρώθηκαν στο πρώτο στάδιο, εξαρτάται ο αριθμός των ψήφων που απαιτείται για την αναθεώρηση στο δεύτερο στάδιο.

Β΄ Η αναθεώρηση δεν διενεργείται από τη Βουλή που δέχτηκε την αναγκαιότητά της και προσδιόρισε τις αναθεωρήσιμες διατάξεις, αλλά από την επόμενη, η οποία και έχει χαρακτήρα αναθεωρητικής Βουλής και αποφασίζει για τις αναθεωρούμενες διατάξεις στην πρώτη σύνοδό της. Η ψήφιση της αναγκαιότητας της αναθεώρησης δεν συνιστά πάντως αυτοτελή λόγο διάλυσης της Βουλής. Στο δεύτερο αυτό στάδιο της διενέργειας της αναθεώρησης περιλαμβάνεται η σύσταση αναθεωρητικής επιτροπής, η συζήτηση και ψήφιση της αναθεώρησης.

Ο πρόεδρος της αναθεωρητικής Βουλής στην αρχή της πρώτης συνόδου συνιστά επιτροπή αναθεώρησης του Συντάγματος για την επεξεργασία του περιεχομένου των αναθεωρητέων διατάξεων που έχουν καθοριστεί από την απόφαση της προηγούμενης απλής Βουλής (άρθρο 119 § 8 ΚΒ). Η συζήτηση αναφέρεται στο περιεχόμενο των αναθεωρητέων διατάξεων.

Η απόφαση της αναθεωρητικής Βουλής, που περιέχει τις αναθεωρούμενες διατάξεις, λαμβάνεται με μία και μόνη ονομαστική ψηφοφορία. Η απαιτούμενη πλειοψηφία εξαρτάται από την πλειοψηφία που έλαβε η πρόταση της αναθεώρησης στο πρώτο στάδιο.

Αν η πρόταση για την αναθεώρηση έλαβε πλειοψηφία των 3/5, για τη λήψη απόφασης της αναθεωρητικής Βουλής ως προς τις αναθεωρούμενες διατάξεις αρκεί απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών (άρθρ. 110 § 3 Σ). Αν η πρόταση για αναθεώρηση του Συντάγματος έλαβε την πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, όχι όμως και την πλειοψηφία των τριών πέμπτων, η αναθεωρητική Βουλή κατά την πρώτη σύνοδό της μπορεί να αποφασίσει σχετικά με τις αναθεωρητέες διατάξεις με την πλειοψηφία των τριών πέμπτων του όλου αριθμού των μελών της (άρθρ. 110 § 4 Σ).

Κάθε ψηφιζόμενη αναθεώρηση διατάξεων του Συντάγματος δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μέσα σε δέκα ημέρες, αφότου επιψηφιστεί από τη Βουλή και τίθεται σε ισχύ με ειδικό ψήφισμά της (άρθρ. 110 § 5 Σ)”.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ