Χρυσοχοΐδης: Η εφηβική παραβατικότητα μεταλλάχθηκε σε «συμμορίες με όπλα» – Νέα στρατηγική της ΕΛ.ΑΣ.

Τι ανέφερε ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη

Χρυσοχοΐδης: Η εφηβική παραβατικότητα μεταλλάχθηκε σε «συμμορίες με όπλα» – Νέα στρατηγική της ΕΛ.ΑΣ.
ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ/EUROKINISSI

Στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου βρέθηκε η εφηβική παραβατικότητα, ένα από τα πλέον κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα, στην ανοιχτή εκδήλωση που διοργάνωσε η «Καθημερινή» στο αμφιθέατρο του 3ου Λυκείου Κηφισιάς.

Με στόχο την ουσιαστική κατανόηση των αιτίων και την αναζήτηση αποτελεσματικών τρόπων αντιμετώπισης, την εκδήλωση χαιρέτισε ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, ο οποίος σκιαγράφησε τη μεταλλαγμένη εικόνα του φαινομένου, ανακοινώνοντας παράλληλα, τη νέα στρατηγική της Ελληνικής Αστυνομίας.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Ο κ. Χρυσοχοΐδης ευχαρίστησε για την πρόσκληση, συγχαίροντας όλους τους εμπλεκόμενους για την πρωτοβουλία τους να συμβάλουν στον δημόσιο διάλογο. Αναφέρθηκε επίσης στην εξαιρετική συνεργασία με τον δήμαρχο Κηφισιάς, Βασίλη Ξυπολυτά, υπογραμμίζοντας την αδιάκοπη σημασία των ζητημάτων ασφάλειας, τα οποία, «πάντα είναι επίκαιρα, πάντα είναι σοβαρά, πάντα ανησυχούν τους πολίτες».

   Ο υπουργός τόνισε πως, η εφηβική παραβατικότητα δεν αποτελεί νέο κοινωνικό φαινόμενο, όμως λαμβάνει πλέον, πιο επικίνδυνες μορφές. Παρουσιάζοντας την προσέγγιση και τα μέτρα της ΕΛ.ΑΣ. για την πρόληψη και την αντιμετώπιση της βίας μεταξύ νέων, επεσήμανε πως συχνά αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα σαν να προέρχονται «από έναν άλλο πλανήτη», ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για παλιά φαινόμενα που ωστόσο έχουν μεταβληθεί: πλέον εμπλέκονται οργανωμένες συμμορίες και επικίνδυνα όπλα, όπως μαχαίρια και σιδερογροθιές, γεγονός που πολλαπλασιάζει τον κίνδυνο σε περιστατικά που παλαιότερα ήταν κυρίως σωματικές συμπλοκές.

   Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη αποκάλυψε αριθμούς που σοκάρουν, σχετικά με τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας: χιλιάδες καταγεγραμμένες περιπτώσεις κακοποίησης και αντίστοιχες συλλήψεις κάθε χρόνο, στοιχείο που αποδεικνύει ότι το πρόβλημα υπήρχε και παρέμενε υπό το σκοτάδι της σιωπής. Έφερε μάλιστα ως παράδειγμα το περιστατικό με αγοράκι 12 ετών που εμφανίστηκε σε αστυνομικό τμήμα της Δυτικής Θεσσαλονίκης καταγγέλλοντας, στον σκοπό, στο φυλάκιο, κακοποίηση από τον πατέρα του, γεγονός που οδήγησε σε άμεση κινητοποίηση και σύλληψη.

   Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο bullying, υπογραμμίζοντας ότι έχει γίνει αντικείμενο σημαντικής δουλειάς στα σχολεία, με νομοθετικές προβλέψεις και παρεμβάσεις για την προστασία των μαθητών. Ο υπουργός τόνισε πως έχουν θεσπιστεί διατάξεις για την ενίσχυση της πρόληψης και της αντιμετώπισης της ενδοσχολικής βίας, ενώ η συνεργασία με τη σχολική κοινότητα και τους διευθυντές Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης θεωρείται ουσιατική για τη βελτίωση της παρέμβασης σε περιστατικά bullying.

   Στο πεδίο της αστυνόμευσης, ο κ. Χρυσοχοΐδης παρουσίασε τη νέα διεύθυνση Κοινωνικής Αστυνόμευσης, η οποία συγκεντρώνει την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας και της παραβατικότητας των νέων. Υπογράμμισε τη δημιουργία γραφείων ανηλίκων σε κάθε περιοχή, για τη διαχείριση δικογραφιών, την ανάπτυξη εφαρμογής κινητού «SafeYOUth» και της πενταψήφιας γραμμής 10201 (10 201) για άμεση επέμβαση, καθώς και την ενίσχυση της αστυνομικής παρουσίας σε σημεία μαζικής συγκέντρωσης νέων. Επιπλέον, ανέφερε τη σύσταση πανελλαδικής ομάδας αξιωματικών και την υποστήριξη από ψυχολόγους και ψυχιάτρους της ΕΛ.ΑΣ.

   Ο υπουργός επεσήμανε ακόμα, πως πολλοί δράστες ανήλικων παραβατικών συμπεριφορών προέρχονται από περιβάλλοντα όπου λείπει η επαρκής επιμέλεια και εποπτεία από τους γονείς, γι’ αυτό και η νομοθετική πρωτοβουλία προβλέπει αυξημένη ευθύνη των ασκούντων την επιμέλεια. Παράλληλα, υπογράμμισε ότι η μάχη κατά της βίας απαιτεί πολύπλευρη προσέγγιση — από το σχολείο και την οικογένεια, έως την αστυνομία — και κάλεσε την κοινωνία να συνεργαστεί, ώστε να αποτραπεί η διεύρυνση ενός φαινομένου που «σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της κοινωνικής συμπεριφοράς».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

   Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο κ. Χρυσοχοΐδης τόνισε την ανάγκη για αποφασιστική αντιμετώπιση της βίας, υπενθυμίζοντας το καθήκον της πολιτείας και των πολιτών να προστατεύσουν τα πιο ευάλωτα μέλη της κοινωνίας — τα παιδιά, τις γυναίκες και τους ηλικιωμένους — και διαβεβαίωσε ότι η Ελληνική Αστυνομία θα συνεχίσει να εργάζεται για την ασφάλεια των πολιτών.

    
O λόγος στους νέους: «Δεν μας ακούει κανείς όσο θα έπρεπε, θα θέλαμε ψυχολόγους σε μόνιμη βάση στα σχολεία»

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

   Μαθητές και μαθήτριες από σχολεία της Αττικής πήραν τον λόγο στη συνέχεια, μεταφέροντας βιώματα και σκέψεις που σπάνια φτάνουν στο ευρύ κοινό. Με ειλικρίνεια και χωρίς περιστροφές, περιέγραψαν τις πιέσεις της καθημερινότητας, την έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας με τους ενήλικες, γονείς και καθηγητές αλλά και το αίσθημα αδιεξόδου που, όπως είπαν, οδηγεί ορισμένους συνομηλίκους τους σε παραβατικές συμπεριφορές. Από τις τοποθετήσεις τους αναδείχθηκε ότι πίσω από τα στατιστικά και τα περιστατικά που απασχολούν την επικαιρότητα, βρίσκονται νέοι άνθρωποι που αναζητούν χώρο να εκφραστούν, να ακουστούν και να κατανοηθούν, όπως επίσης ότι και η εφηβική παραβατικότητα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με τιμωρητικά μέτρα. Αντιθέτως, απαιτεί μια πολυεπίπεδη στρατηγική που θα συνδυάζει πρόληψη, εκπαίδευση και ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ των γενεών. Όπως προέκυψε από τη συζήτηση, το κλειδί βρίσκεται στην κατανόηση των αιτίων και στη δημιουργία ενός περιβάλλοντος εμπιστοσύνης και επικοινωνίας.

   «Πολλές φορές νιώθουμε ότι μας αντιμετωπίζουν μόνο ως πρόβλημα και όχι ως ανθρώπους που χρειάζονται στήριξη», ανέφερε χαρακτηριστικά μαθήτρια λυκείου, υπογραμμίζοντας ότι η παραβατικότητα δεν προκύπτει εν κενώ, αλλά αποτελεί συχνά αποτέλεσμα συσσωρευμένων πιέσεων. Στο ίδιο μήκος κύματος, άλλος μαθητής σημείωσε: «Όταν δεν έχεις κάποιον να σε ακούσει ή να σε καθοδηγήσει, είναι εύκολο να μπλέξεις σε καταστάσεις που μετά δεν μπορείς να ελέγξεις».

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

   Οι παρεμβάσεις των μαθητών ανέδειξαν ως βασικούς παράγοντες την οικογενειακή αποξένωση, την πίεση των κοινωνικών προτύπων, την επιρροή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, αλλά και τις ελλείψεις του εκπαιδευτικού συστήματος στην ψυχοκοινωνική υποστήριξη των εφήβων. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην ανάγκη ύπαρξης σχολικών ψυχολόγων και δομών συμβουλευτικής, που – όπως ειπώθηκε – θα μπορούσαν να λειτουργήσουν προληπτικά.

   Παράλληλα, οι νέοι ζήτησαν περισσότερες δράσεις ενημέρωσης μέσα στα σχολεία, δημιουργία ασφαλών χώρων έκφρασης, καθώς και ουσιαστική συμμετοχή τους στη λήψη αποφάσεων που τους αφορούν. «Δεν θέλουμε μόνο να μας λένε τι να κάνουμε. Θέλουμε να συμμετέχουμε στη λύση», τόνισε ένας από τους ομιλητές, αποσπώντας το θερμό χειροκρότημα του κοινού.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

    
Τι λένε οι γονείς: «Δεν είναι παραβατικότητα, είναι αντιδραστικότητα για την έλλειψη επικοινωνίας και σύνδεσης»

   Το πάνελ, με θέμα «Το φαινόμενο της βίας στο σχολείο και στην οικογένεια», συγκέντρωσε ειδικούς από διαφορετικούς χώρους, φωτίζοντας τις πολλαπλές πτυχές ενός φαινομένου που απαιτεί συλλογική δράση και ενσυναίσθηση. Συμμετείχαν η Αννέτα Κατσάπη, πρόεδρος της Ένωσης Συλλόγων Γονέων Κηφισιάς, η ‘Αννα Κιαπόκα, [ροϊσταμένη Σχεδιασμού, Ανάπτυξης και Προγραμματισμού Πολιτικών και Παρεμβάσεων Πρόληψης στην ΕΟΠΑΕ και η Κωνσταντίνα Κωστάκου, αστυνόμος Α’ και ψυχολόγος από την υποδιεύθυνση Προστασίας Ανηλίκων.

   Οι ομιλήτριες, με την εμπειρία και την ενσυναίσθησή τους, φώτισαν πτυχές ενός ζητήματος που αφορά πλέον ολόκληρη την κοινωνία, αναδεικνύοντας την κεντρική σημασία της επικοινωνίας. Της επικοινωνίας που λείπει από τις οικογένειες, που υπονομεύεται από τον ελλιπή χρόνο και την αποσύνδεση.

   «Η αστυνομία είναι ο τελευταίος φορέας που επιθυμεί και έχει θέση μέσα στο σχολείο», τόνισε η Κωνσταντίνα Κωστάκου, περιγράφοντας τη μετατόπιση του ρόλου της υποδιεύθυνσης Προστασίας Ανηλίκων. Η αυξημένη παρουσία της αστυνομίας στα σχολεία, πλέον, δεν σηματοδοτεί απαραίτητα καταστολή, αλλά αντανακλά μια αυξημένη εγρήγορση εκπαιδευτικών και γονέων. «Θεωρούμε ότι η πλειοψηφία των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η σχολική κοινότητα λύεται, αν τα τρία μέρη – μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικοί – καθίσουν και προσπαθήσουν να αντιμετωπίσουν οποιοδήποτε ζήτημα έχουν μπροστά τους να διαχειριστούν», ανέφερε χαρακτηριστικά.

   Η κα Κωστάκου επεσήμανε την ανάγκη για προληπτικό ρόλο, της Αστυνομίας, καθώς η βία, όπως την παρατηρούν οι Αρχές, είναι πλέον πιο σύνθετη, με μεγαλύτερη βιαιότητα και μια «χαμηλή ανοχή στη ματαίωση», οδηγώντας σε εξαιρετικά γρήγορη κλιμάκωση: «από το μηδέν στο εκατό», είπε χαρακτηριστικά. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που, συχνά, οι ίδιοι οι έφηβοι δεν αναγνωρίζουν ως αξιόποινη πράξη, αγνοώντας τις νομικές συνέπειες. «Δεν ήξερα ότι αυτό είναι παραβατικότητα», είναι μια φράση που ακούγεται συχνά από παιδιά που βρίσκονται αντιμέτωπα με τη Δικαιοσύνη, εξήγησε η κα Κωστάκου.

   Η Αννέτα Κατσάπη, ως εκπρόσωπος των γονέων, έδωσε μια σημαντική ανθρωπιστική διάσταση στο ζήτημα: «Είναι λυπηρό να χρησιμοποιούμε τη λέξη παραβατικότητα για τα έφηβα και ανήλικα παιδιά. Θα μου επιτρέψετε να την πω εφηβική ή ανηλική αντιδραστικότητα». Υπογράμμισε ότι πρέπει να μιλάμε για «παιδιά σε κίνδυνο», τόσο για τα θύματα όσο και για τους θύτες – και να σκεφτόμαστε και τους γονείς τους, που βιώνουν «τρομερή ανησυχία και ανασφάλεια», αλλά και «ντροπή και ενοχές», διερωτώμενοι τι πήγε λάθος.

   Η κα Κατσάπη ανέδειξε μεταξύ άλλων, την ουτοπία του να πιστεύουμε ότι ένα παιδί του 2026 αναπτύσσεται μόνο, μέσα στην οικογένεια. «Το παιδί διαμορφώνεται από την παρέα, το σχολείο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, την τηλεόραση και τα πρότυπα που προβάλλονται», είπε και για αυτό έθεσε ως πάγιο αίτημα την ενσωμάτωση ειδικοτήτων ψυχικής υγείας – παιδοψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών – στα σχολεία, όχι ως περιστασιακές επισκέψεις, αλλά ως σταθερά πρόσωπα εμπιστοσύνης. «’Ανθρωποι που θα τους διδάξουν κοινωνικές δεξιότητες, όπως επίλυση προβλημάτων, ενδυνάμωση, συτοεκτίμηση, πώς αγαπώ τον εαυτό μου, πώς σέβομαι τον συνάνθρωπο, τι δεν κάνω στον διπλανό μου, γιατί δεν μ’ αρέσει να μου το κάνει κι αυτός», τόνισε.

   Η ‘Αννα Κιαπόκα εστίασε στην ευρύτερη κοινωνική αποσύνδεση ως ρίζα του προβλήματος. «Έχουμε χάσει τις συνδέσεις μας, μέσα στην κοινότητά μας», είπε, περιγράφοντας γονείς που, παρότι διαθέτουν πολύ λίγο χρόνο λόγω απαιτητικής εργασίας, συχνά δεν τον αφιερώνουν ποιοτικά στα παιδιά τους. «Δεν είναι προτεραιότητά μας τα παιδιά», παρατήρησε, επισημαίνοντας την υπερβολική έμφαση στην επίτευξη, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε εξάντληση των νέων από συνεχείς δραστηριότητες και τις υψηλές προσδοκίες των γονεών.

   Στάθηκε ιδιαίτερα στην ανάγκη να εκπαιδεύσουμε τα παιδιά στη ματαίωση και στη διαχείριση των συναισθημάτων τους. «Δεν μπορούμε να απαιτούμε, ούτε από τους γονείς να το ξέρουν, αλλά ούτε και από τους εκπαιδευτικούς να το ξέρουν», σχολίασε, αναγνωρίζοντας τις πιέσεις που δέχονται και οι ενήλικες. Η πρόληψη, σύμφωνα με την ίδια, πρέπει να ξεκινά από πολύ νωρίς, από το νηπιαγωγείο, και οι δράσεις να είναι «πολυεπίπεδες, πολυεστιακές και μακροχρόνιες».

   Και οι τρεις ομιλήτριες συνέκλιναν στην πεποίθηση ότι η λύση βρίσκεται στην πρόληψη και την ενσυναίσθηση. Η Κωνσταντίνα Κωστάκου υπογράμμισε την ανάγκη να δίνουμε «χώρο και χρόνο» στα παιδιά, κλείνοντας τα τηλέφωνα και προσφέροντας αληθινή ακρόαση, γιατί «αυτό που θέλουν να πουν είναι εξαιρετικά σημαντικό». Εξέφρασε αισιοδοξία, λέγοντας πως η πλειονότητα των εφήβων που εμπλέκονται σε παραβατικές πράξεις τελικά «θα γίνουν θαυμάσιοι ενήλικες», καθώς η παραβατικότητα συχνά απορρέει από αναπτυξιακή ανωριμότητα και όχι από εγκληματικό χαρακτήρα.

   Η Αννέτα Κατσάπη περιέγραψε τον ρόλο των συλλόγων γονέων, όχι ως δικαστών, αλλά ως φορέων ενημέρωσης και υποστήριξης των προγραμμάτων πρόληψης, προτρέποντας τους γονείς να συμμετέχουν ενεργά. Η ‘Αννα Κιαπόκα επανέλαβε την ανάγκη για εκπαίδευση όχι μόνο των παιδιών, αλλά και των εκπαιδευτικών και των γονέων, ώστε να αναγνωρίζουν πότε μια συμπεριφορά είναι απλή αντίδραση και πότε απαιτεί σοβαρότερη παρέμβαση, μετατρέποντας τις δύσκολες στιγμές σε ευκαιρίες εκμάθησης δεξιοτήτων.

    
Από τη διάγνωση στη δράση: Η εθνική στρατηγική για την αντιμετώπιση της εφηβικής παραβατικότητας

   Τις εφαρμοσμένες πολιτικές και την εθνική στρατηγική για την αντιμετώπιση του φαινομένου, ανέλυσαν οι συμμετέχοντες στο τρίτο κατά σειρά πάνελ της εκδήλωσης που είχε τίτλο «Από τη διαπίστωση στη δράση». Όπως έγινε σαφές και από το τελευταίο πάνελ, οι προκλήσεις παραμένουν σύνθετες και απαιτούν διαρκή επαγρύπνηση και συνεργασία.

   Ο δήμαρχος Κηφισιάς, Βασίλης Ξυπολυτάς, παρουσίασε με υπερηφάνεια τα εντυπωσιακά αποτελέσματα του δήμου του, ο οποίος, όπως τόνισε, «για πολλά χρόνια ήταν πρωτοσέλιδο για θέματα ανηλίκης παραβατικότητας». Σήμερα, η Κηφισιά έχει σχεδόν μηδενίσει τα περιστατικά παραβατικότητας σε δημόσιους χώρους, με μόλις ένα σοβαρό συμβάν τον τελευταίο χρόνο. Η επιτυχία αυτή, σύμφωνα με τον κ. Ξυπολυτά, οφείλεται στη μετάβαση «από την θεωρία στην πράξη» και στην εφαρμογή ενός συνδυασμού κατασταλτικών και ήπιων πολιτικών. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε στην ενίσχυση της αστυνομικής παρουσίας με τοπικές μονάδες και ομάδες ΔΙΑΣ, στην εγκατάσταση συστήματος επιτήρησης με drones – «μια πρωτοποριακή κίνηση που έδωσε αίσθημα ασφάλειας και λειτούργησε αποτρεπτικά για τις συμμορίες» – καθώς και στην υλοποίηση του προγράμματος «SafeYOUth» σε συνεργασία με τη Vodafone, το οποίο προσφέρει στα παιδιά άμεση σύνδεση με την αστυνομία μέσω ειδικού κουμπιού. Παράλληλα, ο δήμος της Κηφισιάς έδωσε έμφαση στην ενίσχυση του αθλητισμού, διπλασιάζοντας τους αθλητικούς χώρους και αναγνωρίζοντας ότι «το αίσθημα του ανταγωνισμού που υπάρχει στα παιδιά, μπορεί να περάσει μέσα από τον αθλητισμό», οδηγώντας σε διπλασιασμό των μελών στους αθλητικούς συλλόγους.

   Η καθηγήτρια Εγκληματολογίας, Βασιλική Αρτινοπούλου, επικεφαλής της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την Πρόληψη της Βίας κατά των Παιδιών, εξέφρασε την ικανοποίησή της για τα αποτελέσματα της Κηφισιάς, θέτοντας ωστόσο τον προβληματισμό αν η παραβατικότητα «μεταφέρθηκε σε άλλη περιοχή», υπογραμμίζοντας την ανάγκη για ερευνητικά δεδομένα. Η ίδια αναφέρθηκε στην Εθνική Στρατηγική για την Πρόληψη της Βίας κατά των Παιδιών και την Αντιμετώπιση της Παραβατικότητας Ανηλίκων, ένα πενταετές σχέδιο (2025-2030) που αποτελεί οδικό χάρτη για τη χώρα. «Η παραβατικότητα δεν είναι τίποτα άλλο, παρά το σύμπτωμα της διάρρηξης του κοινωνικού ιστού», επεσήμανε, δίνοντας έμφαση στην ευθύνη των τοπικών κοινωνιών να ενδυναμώσουν τους κοινωνικούς δεσμούς. Η στρατηγική, η οποία εκπονήθηκε μετά από εντολή του πρωθυπουργού και βασίστηκε σε εκτεταμένη έρευνα και διαβούλευση με παιδιά, εκπαιδευτικούς, επαγγελματίες και κοινωνικούς φορείς, κατέδειξε ότι στην Ελλάδα εφαρμοζόντουσαν 138 διαφορετικές πολιτικές και μέτρα χωρίς συντονισμό. Μεταξύ των καινοτόμων προτάσεων είναι η ενίσχυση των σχολείων με μόνιμο προσωπικό ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών, καθώς και η εισαγωγή της σχολικής διαμεσολάβησης, όπου «η σύγκρουση να επιλύεται μεταξύ των παιδιών με έναν εκπαιδευμένο διαμεσολαβητή». Όπως δήλωσε η κα Αρτινοπούλου, η στρατηγική παρουσιάστηκε τον Μάιο του 2023, και ένα χρόνο μετά, «βλέπουμε με χαρά ότι όλα τα υπουργεία έχουν εντάξει στον σχεδιασμό τους, τις προτάσεις μας».

   Τις βαθύτερες ρίζες του προβλήματος ανέδειξε ο ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής, Στέλιος Στυλιανίδης, ο οποίος επικεντρώθηκε σε όσα «δεν λειτουργούν», κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου για το εκπαιδευτικό σύστημα, τη γονεϊκότητα και την επίδραση των social media. «Οι εκπαιδευτικοί είναι εξαντλημένοι, στιγματισμένοι και πολλές φορές αποκρύπτουν περιστατικά βίας για να μην χαλάσει η εικόνα του σχολείου», τόνισε, ζητώντας σοβαρή υποστήριξη από εξειδικευμένους ψυχολόγους. Αναφερόμενος στη γονεϊκότητα, ο κ. Στυλιανίδης παρατήρησε μια «σύγχυση ρόλων και ορίων», με γονείς που θέλουν να αγαπηθούν από τα παιδιά τους και όχι το αντίστροφο, λειτουργώντας συχνά ως “taxi drivers” σε μια ναρκισσιστική σχέση. Ιδιαίτερα κριτικός στάθηκε απέναντι στα social media, τα οποία χαρακτήρισε ως «διαστροφικό καταναλωτικό καπιταλισμό», καθώς «κερδίζουν μέσω της εκμετάλλευσης της προσοχής και του χρόνου μας». Η βία, συμπλήρωσε, «ξεσπάει όταν αποτυγχάνει ο λόγος, ο χώρος, η ακρόαση και το νόημα». Ως λύσεις πρότεινε την επαναλειτουργία των «σχολών γονέων», την ενίσχυση των εκπαιδευτικών, τη δημιουργία χώρων άθλησης και δημιουργικής έκφρασης για τα παιδιά, καθώς και την ενίσχυση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας με σκοπό να «ξαναστήσουμε κοινότητες», κατέληξε.

   Η εκδήλωση και οι τοποθετήσεις των ειδικών έδειξαν ότι, παρά τις ελπιδοφόρες πρωτοβουλίες, όπως αυτές του δήμου Κηφισιάς και την κατάρτιση της Εθνικής Στρατηγικής, οι προκλήσεις παραμένουν σύνθετες και απαιτούν διαρκή επαγρύπνηση και συνεργασία. Η μάχη κατά της εφηβικής παραβατικότητας είναι ένας αγώνας δρόμου που απαιτεί οργανωμένη δράση και τη συμμετοχή όλων των πλευρών.

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ